<-- Προηγούμενη σελίδα Εκτύπωση αυτής της σελίδας Πίσω στο βικιπριακά Επόμενη σελίδα -->

θερκό wikipriaka.com -- σελ. 6 -- κασάπης
θερκό [thergo] ενδημικό υπόειδος φιδιού, πολύ συνηθισμένο στην κύπρο, πολύ μεγάλο σε μέγεθος (φτάνει εώς τα 3 μέτρα), μαύρο και μη δηλητηριώδες, το οποίο χρησιμοποιεί την ουρά του ως μαστίγιο αν νιώσει πως απειλείται (ουσιαστικό) ελληνικά < θεριό (θηρίο) λόγω του μεγάλου μεγέθους του γνωστό και ως περβολάρης (επειδή βρίσκετε συνήθως σε περιβόλια) και φιλικό φίδι θερνάτζι [thernaji] 5-δοντο ξύλινο φτυάρι για ανέμισμα στο αλώνι (ουσιαστικό) θκειός [thgios] θείος (ουσιαστικό) ελληνικά θείος η λέξεις θκειέ (θείε) και θκειά (θεία), χρησιμοποιούντε όπως και το κύριε/κυρία ως ένδειξη σεβασμού προς τους μεγαλύτερους θκιαβαίννω [thkiavenno] διαβαίνω (ρήμα) πχ. θκιαβαίννω την στράταν ελληνικά διαβαίνω θκιακλίζω [thgiaglizo] ξεπλένω (ρήμα) πχ. δκιάκλισε τα φεντζάνια ελληνικά βλ. δκιακλίζω θκιακλώ [thgiaglo] ξεπλένω (ρήμα) πχ. δκιάκλισε τα φεντζάνια ελληνικά βλ. δκιακλίζω θκιανεύκουμαι [thgianevgume] 1. πχ. Εννα πάμεν κάναν γυρόν να θκιανευτούμεν/δκιανευτούμεν. 2. περιπλανόμαι (ρήμα) 3. σεριανίζω, περιπλανιόμαι (ρήμα) ελληνικά ίσως από το αδειανεύομαι > αθκειανεύομαι > θκειανεύομαι > θκειανεύκουμαι αδειανεύομαι λόγω του ότι είμαι άδειος, δλδ. έχω ελεύθερο χρόνο, επομένως πηγαίνω για περίπατο γιατί έχω ελεύθερο χρόνο για να περάσει η ώρα θκιανεύκω [thianefko] περιπλανώμαι, κινώ, κινούμαι (ρήμα) πχ. θκιανεφκο το σιηλομου ελληνικά βλ. λέξη 'θκιανεύκουμαι' θκιαολίζουμαι [thgiaolizume] νευριάζω (ρήμα) ελληνικά θκιάολος -ιζουμαι θκιαολίζω [thgiaolizo] στέλνω στο διάολο (ρήμα) ελληνικά θκιάολος -ίζω θκιάολος [thgiaolos] διάβολος (ουσιαστικό) ελληνικά διάβολος < αρχαία ελληνική διάβολος < διαβάλλω < διά + βάλλω δια -> θκια θκιάορκας [thgiaorgas] διάβολε! (επιφώνημα) θκιαρτίζω [thgiatdizo] ρίχνω αλεύρι στη ζύμη που πλάθω για να κάμω ψωμί (ρήμα) ελληνικά δια + άρτος ; θκιασσιελλω θκιατζινεύκουμε [thkiatzinefkoume] 1. πχ. Εννα πάμεν κάναν γυρόν να θκιανευτούμεν/δκιανευτούμεν. 2. περιπλανόμαι (ρήμα) 3. σεριανίζω, περιπλανιόμαι (ρήμα) ελληνικά βλ. θκιανεύκουμαι θκιό ππαλιές [thgio palies] στα γρήγορα (φράση) ελληνικά θκυό (δύο - 2) + ππαλιές (μαχαιριές) ελεύθερη μετάφραση από την αγγλική φράση 'chop chop' που έχει περίπου το ίδιο νόημα θκιόσμης [thgyosmis] δυόσμος (ουσιαστικό) ελληνικά δυόσμος < αρχαία ελληνική ἡδύοσμος < ἡδύς + ὀσμή αφού επικράτησε το δεύτερο συνθετικό (οσμή) πλέον προφέρεται αλλιώς με τη κατάληξη -ης θκιούλι [thgyuli] αμπαρόριζα (ουσιαστικό) θκιώ [thgio] δίνω (ρήμα) ελληνικά Δίνω -> διώ -> θκιώ θκυό [thgyo] δύο (ουσιαστικό) ελληνικά δύο διό/δυό --> θκιό/θκυό θκυοπίθαμος [thkiobithamos] κοντοστούπης, νάνος (επίθετο) ελληνικά δύο πιθαμές ψηλός (κοντός) θωρκά [thorga] όψη (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. θωρώ θωρώ [thoro] βλέπω (ρήμα) ελληνικά παφίτικα < μτγν. θωρῶ < αρχ. θεωρῶΙ ιγγώννω [iggonno] πετυγχαίνω, κτυπώ (ρήμα) αγγλικά in goes ίγκος [igkos] αποτέλεσμα σωστής σκόπευσης (ουσιαστικό) αγγλικά in goes, από το ρήμα:"ιγκώννω" ίλαντρον [ilandron] συγκεκριμένο είδος δένδρου (ουσιαστικό) πχ. Σφάξε μας ούλους τζι ας γενεί το γαίμαν μας αυλάκιν, κάμε τον κόσμον ματζελλειόν τζιαι τους Ρωμιούς τραούλλια, αμμά ξερε πως ύλαντρον όντας κοπεί καβάτζιν τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια. - 9η Ιουλίου 1821 εν Λευκωσία Κύπρω, Βασίλης Μιχαηλίδης ελληνικά ίλαντρον < ύληντρον < ύληδεντρον < αρχ. ὕλη = δένδρο που δεν φέρει καρπούς + δέντρον ή ίλαντρον < αρχ. ὕλη = δένδρο που δεν φέρει καρπούς + αντρεία ίλλε [ille] πχ. 'ίλλε τζιαί καλά' = επιμένω για κάτι τουρκικά ille (τουρκ. = ανεξαρτήτως συνεπειών) ίλλε τζαί καλά [ille je gala] επιμένεις πάρα πολύ για κάτι (επιρρηματική φράση) σύνθετη ille (τουρκ. = ανεξαρτήτως συνεπειών) + τζαι καλά (και καλά) ιμίς [imish] τάχα, δήθεν (ρήμα) πχ. Φοβάται το σκοτάδι μίσιη μου τούρκικα imiş (τουρκ.) = τάχα ιμπρίκκι [imbriki] μπρίκι (ουσιαστικό) τουρκικά ibrik (τουρκ.) ινδιάνος ίντα [inda] τι (επίρρημα) πχ. ίντα το έγραψες; ίντα που εννά κάμουμεν; ίνταλοϊς εγίνικεν; γιαΐντα πράμαν μιλάς; ίντα να το κάμω; νάμπου να το κάμω; ντάμπου να το κάμω; ίνταμπου κάμνεις; ίντα θέλεις; ελληνικά τι ένι τα (μεσαιων.) > τίντα > ίντα (τι είναι που) ίνταλοϊς [indalois] πως (επίρρημα) ελληνικά ίντα (τι, βλ. λ.) + λογής ίνταλος [indalos] πως (επίρρημα) ελληνικά βλ. ίνταλοϊς ίνταμπου [indambu] Τι (επίρρημα) πχ. Νάμπου κάμνεις; ελληνικά ήντα (βλ. λ.) + + ένι (είναι) + που ίσια ίσια [isha isha] ακριβώς πχ. ίρτεν ίσια ίσια ελληνικά ίσια ίσιαλλα [ishalla] μακάρι αραβικά Insha'Allah (إن شاء الله) - αν θέλει ο θεός ιστέ ποϊλέ [ishte boile] έτσι μπράβο (φράση) τούρκικα işte böyleΚ καβατζι [kavatzi] είδος λεύκας που μοιάζει με κυπαρίσσι, λεύκα η μέλαινα, καβάκι (ουσιαστικό) τουρκικά < καβάκι < τουρκικά kavak καβκάς [gavgas] καβγάς (ουσιαστικό) πχ. απόψε θα γενεί καβκάς, θα τραβηχτούυσιν ππάλες τούρκικα kavga (τουρκ.) καβκατζιής [gavgajis] καβγατζής (επίθετο) τούρκικα βλ. καβκάς καβλάντης [kavlandis] 1. κάποιος που κάνει ό,τι θέλει (ό,τι του καυλώσει) (επίθετο) 2. το παίζει ωραίος (επίθετο) ελληνικά < καυλί < ελληνιστική κοινή καυλίον < αρχαία ελληνική καυλός καγιάζω [kagiazo] διψώ (ρήμα) πχ. καγιάζω καγιάς σκληρό κροκαλοπαγές πέτρωμα καγκάρα [gangara] ψηλή και άχαρη (επίθετο) κάγκαρος [gangaros] ψηλός και άχαρος (επίθετο) καηλές [gailes] καημός, μαράζι (ουσιαστικό) πχ. έπιαν με τζαι ο καηλές σου ενόμισες τουρκικο καήσιην [gaishin] κακό (ουσιαστικό) πχ. Αμάν έντα καήσιιν επάθαμεν! (Αμάν κακό που μας βρήκε) δερμάτινο λουρί που ακονίζεται το ξυράφι - γλυστερή επιφάνεια καίγομαι και εσυ εισαι πολυ ωραιο κοριτσι καϊλίζω [gailizo] δέχομαι, συναινώ (ρήμα) πχ. βλέπε λήμμα 'καϊλώ' καϊλώ [gailo] δέχομαι, συναινώ (ρήμα) πχ. βλέπε λήμμα 'καϊλίζω' καϊρέττιν [gairetin] προσπάθεια, ενέργεια
τούρκικα gayret (τουρκ.) = προσπάθεια, ενέργεια, ζήλο καϊσιάζω [kaishiazo] Αγγίζω, λερώννω, τρίβω τα χέρια μου πάνω. (ρήμα) κακανάρεστος [gaganarestos] ιδιότροπος (επίθετο) ελληνικά κακή + αν- (στερητικό) + αρεστός κακαουστιά [gagausdia] γρουσουζιά, κακοτυχία (ουσιαστικό) πχ. είσαι κακαουσκιά φύε που δαμαί! ελληνικά κακο-αυγουστιά (από τα μηναλλάγια, 3 με 15 Αυγούστου, κάθε μέρα λέει πόσο θα βρέξει ο αντίστοιχος μήνας) συνήθως είναι κακαουσκιά κακκάτι [gakadi] 1. σκληρή - αποξηραμμένη βλέννα ή μύξα. το σκληρό δέρμα που αρχίζει να δημιουργείται όταν επουλώνεται μια πληγή (ουσιαστικό) πχ. ....τούν το κακόν κακκάτι...!!! = κάποιος ή κάτι που θα θέλαμε να ξεφορτωθούμε 2. ω (ω) ίσως ιταλικά ίσως από το ιταλικό caccola κάκκαφα [gakafa] ανώμαλα εδάφη (ουσιαστικό) πχ. έφερες μας μες τα κάκαφα κακκουρούθκια [kakourouthkia] αμύγδαλο (ουσιαστικό) Φρέσκα αμύγδαλα όταν είναι πράσινα και μικρά ακόμα. κακομάζαλος [gagomazalos] καημένος, κακομοίρης (επίθετο) ελληνικά + εβραϊκά < ρωμανιώτικη (εβραιο-ελληνική διάλεκτος) λέξη κακομάζαλος < κακός + מַזָּל (mazál - εβραϊκά = τύχη) - στην κυριολεξία κακότυχος συναντάται σε εκκλησιαστικά ελληνιστικά και βυζαντινά κείμενα καλαμαράς [galamaras] ελλαδίτης (ουσιαστικό) ελληνικά < καλαμάριν < κάλαμος (αρχ.) Ο όρος βγαίνει από το 'καλαμάρι', ένα είδος μελανοδοχείου. (χαρτί και καλαμάρι) Τον παλιό καιρό κάποιος που είχε καλαμάρι θεωρείτο μορφωμένος, επειδή μίλαγε 'σωστά' ελληνικά και όχι κάποια άλλη διάλεκτο παρά αυτή που επικράτησε, δλδ. την κοινή Ελληνική, η οποία ονομάζεται 'καλαμαρίστικα'. Τον 19-20 αιώνα πολλοί δασκάλοι είχαν έρθει από την Ελλάδα για να διδάξουν στα σχολεία που μόλις είχαν ανοίξει από την εκκλησία και δραγουμάνους που κατάφεραν να πείσουν τους πασάδες να επιτρέψουν την εκπαίδευση των Ελλήνων, οι μορφωμένοι δασκάλοι ονομάζονταν πολλές φορές καλαμαράδες ομοίως και σε πολλά τουρκοκρατούμενα, αγγλοκρατούμενα, ιταλοκρατούμενα ελληνικά μέρη. Συνήθως λέγεται για τους Αθηναίους, οι οποίοι 'καλαμαρίζουν', εάν κάποιος μιλήσει σε κάποιαν άλλη διάλεκτο π.χ. την κρητική, θα τον χαρακτηρίσουμε ως κρητικό, παρά καλαμαρά καλαμαρίζω [galamarizo] προσπαθώ να μιλήσω σαν ελλαδίτης αντί σαν κυπραίος που είμαι (ρήμα) ελληνικά βλ. καλαμαράς καλαμαρίστικα [galamaristiga] ελληνικά όπως μιλιούνται στην χερσαία ελλάδα δλδ η δημοτική διάλεκτος (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. καλαμαράς καλαμιώνας [galamionas] χωράφι γεμάτο με καλάμια (ρήμα) ελληνικά καλάμι -ώνας καλαντίζω [galandizo] λέω τα κάλαντα (ρήμα) ελληνικά κάλαντα καλάρω [galaro] πείθω (ρήμα) πχ. εννα τον καλάρεις να ΄ρτει; ελληνικά από το καλά, κάνω καλά καλιώ καλλίτζια [kallidja] πέταλα αλόγου (ουσιαστικό) λατινικά καλίτζιν (εννικός) < καλίκι < καλίγιον / καλίγιν / καλίγι < καλίγα / καλλίγα < λατινική caliga (=παπούτσι, μπότα) καλίκια (πληθυντικός) καλλύττερα [gallitera] καλύτερα (επίρρημα) ελληνικά καλύτερα καλό [galo] αμέ, φυσικά (επιφώνημα) ελληνικά κάμαρα [camara] υπνοδωμάτιο (ουσιαστικό) πχ. Πάεννε στην κάμαρα τζαι φέρ΄μου τα χάπια μου, υιέ μου ελληνικά κραβατοκάμαρα καμμώ [kammo] κλείνω τα μάτια (ρήμα) πχ. ρε εν αντέχω άλλο καμμούν τα μάθκια μου πά'να τζιμηθώ ελληνικά καμμύω (αρχαία) κάμνω [gamno] κάνω (ρήμα) ελληνικά κάμνω < αρχαία ελληνική κάμνω κανάτζι [kanatdzi] προγούλια (ουσιαστικό) πχ. Είδες είντα κανάτζιν εκατέβασεν; ελληνικά κανάτζι < κανάκι < αρχαία ελληνική καναχή: «ήχος μετάλλων και μουσικών οργάνων» χρησιμοποιότανε κυρίως στον πληθυντικό μεταφορικά: «τα χάδια, τα καλοπιάσματα» διότι, των ζώων, τους αρέσει να τα χαϊδεύουμε στο κάτω μέρος του πιγουνιού κανεί [gani] φτάνει! αρκετά! (προστακτική) πχ. Κανεί πιον! Εβαρήθηκα σας. ελληνικά < μεσαιωνική κυπριακή διάλεκτος: ἀκανεῖ = αρκετά, φτάνει, αρκεί < πιθανώς φράγγικης προέλευσης: δες γερμανικό genug, ολλανδικό genoeg, λουξεμβουργικά genuch = αρκετά απαντάται στα Χρονικά του Λ. Μαχαιρά και του Γ. Βουστρώνιου κανισι καννί [ganni] 1. καλάμι (ουσιαστικό) 2. το καλάμι του ποδιού, κνήμη-περώνη (ουσιαστικό) (μτφ.) παφίτικα :) < ελληνιστικό καννίον/καννίν (υποκοριστικό) < αρχαίο κάννα/κάννη (καλάμι/κάλαμος) κάννη: ιωνικός τύπος κάννα: δωρικός τύπος αν και η συγκεκριμένη λέξη χρησιμοποιήτε κυρίως στο ιδίωμα της Πάφου, άρχισε να εμφανίζετε και σε άλλα ιδιώματα τα τελευταία 10 χρόνια καννιές [gannies] καλαμιώνας (ουσιαστικό) πχ. Πρόσεχε να μεν σε ακκάσει κανένας κούφος τζιαμέ μεσ'τες καννιές παφίτικα :) < ελληνιστικό καννίον/καννίν (υποκοριστικό) < αρχαίο κάννα/κάννη (καλάμι/κάλαμος) καντάρι [gandari] ειδική συσκευή για το ζύγισμα (ουσιαστικό) πχ. χρησιμοποιείται ειδικά για το ζύγισμα των χαρουπιών και των καρπουζιών τουρκικά καντάρι < (αντιδάνειο) τουρκική kantar < αραβική qintar (: βάρος εκατό μονάδων) < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής κεντηνάριον (: μονάδα βάρους, ίση με 100 λίτρες χρυσού) < λατινική centenarious < centum (: εκατό) καντήλα [gandila] 1. καντήλι (ουσιαστικό) 2. φουσκάλα (ουσιαστικό) ελληνικά καντήλι καντίλα [gandila] α) ποτήρι, β) σπυράκι στη γλώσσα ή ερεθισμός στα χέρια (ουσιαστικό) πχ. βάρμου μιαν καντίλαν νερόν τζαι ΄κορίζιασα ελληνικά καντήλα καντούνιν [gandunin] 1. γωνιά σπιτιού, στρίψιμο του δρόμου (ουσιαστικό) πχ. Θα τον κάμω να με θωρεί τζαι ν' αλλάσσει καντούνιν! 2. γωνιά σπιτιού, στροφή, στρίψιμο του δρόμου (ουσιαστικό) ιταλικά cantone (ιταλ.) Λ. Μαχαιράς: Τότε ὥρισεν ὁ πίσκοπος, καὶ ἐφέραν τὸ μέγαν κανούνιν τὸ ρηγάτικον τὸ τετρακάντουνον. Αν και το συγκεκριμένο κείμενο γράφτηκε προ-βενετοκρατίας, οι ιταλοί υπήρχαν στο νησί προ πολλών αιώνων πριν την γέννηση του χρονικογράφου καντρέθκια [kandrethkia] σκάγια κανώ [gano] φτάνω, είμαι αρκετός (ρήμα) πχ. Εν να μας κανέσουν οι μπύρες οξά να'γοράσω αλλή
καμιάν κάσιαν; ελληνικά < μεσαιωνική κυπριακή διάλεκτος: ἀκανεῖ = αρκετά, φτάνει, αρκεί < πιθανώς φράγγικης προέλευσης: δες γερμανικό genug, ολλανδικό genoeg, λουξεμβουργικά genuch = αρκετά απαντάται στα Χρονικά του Λ. Μαχαιρά και του Γ. Βουστρώνιου καούκκος [gaukos] κουκούλα (ουσιαστικό) πχ. φκάρτον τζίντον καούκο σιόρ τζαι είσαι όπως τον πουπούξιο! καουρτίζω [gaurdizo] σοτάρω, καβουρδίζω (ρήμα) πχ. έκαψες με τζαι εκαούρτισες με ελληνικά καβουρδίζω καπάλι [gabali] πάρα πολύ (επίρρημα) καπαρτίζω [gabardizo] κορδώνω (μεταφορικά), επιδεικνύομαι (ρήμα) ισπανικά ή τουρκικά από την καπαρντίνα < γκαμπαρντίνα < ισπανική gabardina ή από το τουρκικό kabardim, αόριστος του kabarmak, που θα πει 'φουσκώνω' τόσο με τη μεταφορική όσο και με την κυριολεκτική έννοια, λέγεται και στην Μακεδονία ως 'καμπαρντίζω' καπάτσος [gabadsos] πολύ ικανός και το γνωρίζει...!! καπό [gabo] πορτ παγκάζ, χώρος των αποσκευών του αυτοκινήτου, καπό μηχανής αυτοκινήτου (ουσιαστικό) πχ. Βαρ'την βαλίτσαν σου μες το καπό τζαι εφίαμεν γαλλικά capot = κουκούλα καπουνάδα [gabunadha] κοτέτσι (ουσιαστικό) πχ. Ασκόπα μες στην καπουνάδα για κανέναν αυκόν αγνώστου ετύμου, χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον στην περιφέρεια Πάφου σε μερικές περιοχές (Λεμεσός) προφέρεται 'καπονάδα' καπούττος [gabutos] προφυλακτικό (ουσιαστικό) ιταλικά ή γαλλικά καπότα < ιταλική cappotto = παλτό ή καπότα < γαλλική και ιταλική capote = κουκκούλα καππακλίν [gapaglin] δοχείο φαγητού (ουσιαστικό) σύνθεση αγγλικών και ελληνικών cup (αγγλ. = κούπα, κύπελο) + κλιν (ελλ. κλείνω) αυτό λέγεται από τους τσάρληδες (βλ. τσάρλης) καππάτζιν [gapajin] καπάκι (ουσιαστικό) πχ. ετζίλισεν ο τέντζερης τζαι ήβρεν το καπάτζιν ελληνικά καπάκι καπύρα [gabira] φρυγανιά (ουσιαστικό) ελληνικά < αρχ. καπυρός (= ξηρός, καμένος) < αρχ. καίω + πῦρ ('καπυρόν ον περιθραύεται' Αριστ. Προβλ. 927a 24, 'καπυρά τρώγων κάρυ', αμυγδάλας' Αθήν. Δειπν. 2, 38) καραμουτσώννω [garamudsonno] κατεβάζω τα μούτρα μου (ρήμα) τουρκικά + ιταλικά σύνθετη καρά (=τουρκ. μαύρο) + μουτσούνα ενετικό (=μουσούδα, μούτρο) καράολος [garaolos] 1. σαλιγκάρι (ουσιαστικό) πχ. Να πάμεν να συνάξουμεν κανέναν καράολο τωρά που έβρεξεν; 2. μηχανισμός ανοίγματος της βενζίνης στη μοτοσυκλέτα (ουσιαστικό) (μτφ.) πχ. άνοιξε τον καράολο της μοτόρας τζιαι εξαφανίστηκε επιταχύνοντας επικίνδυνα βενετικά, ισπανικά και καταλανικά από το ισπανικό και καταλονικό caracol = σαλιγκάρι ή βενετικό caraguol = σαλιγκάρι αρχ. κοχλίας > κοινά λατινικά cochlear > caracol/caraguol > καρακόλ > καράκολος > καρά(κ)ολος > καράολος καράρι [garari] μέχρι το σημείο που αντέχει κάποιος (ουσιαστικό) πχ. έτο, μια 'πομπούα' 'κουνιάκκι' κάθε νύχτα εν το 'καράρι' μου...!!! τουρκικά karar (τουρκ.) = αποδεχόμενο όριο, απόφαση, προβλεψιμότητα, εκτίμηση καρατέλλο [caratello] πολύ (επίρρημα) (μτφ.) πχ. 'Σκέττον, δίχα γάλαν τζιαι με έναν καρατέλλο καφέ τζιαι μεν ξιάσετε τζίτρινο καλαμάκι ποτζείνο που ζαβώνει' - επική ατάκα παραγγελίας φραπέ σε κυπριακή παρωδία του Lord of the Rings ιταλικά από το ιταλικό caratello (= είδος βαρελιού) χρησιμοποίητε μεταφορικά για να χαρακτηρίσουμε μία μεγάλη ποσότητα καραττί [garati] εγγύηση (ουσιαστικό) αγγλικά guarantee (αγγλ.) αυτό λέγεται από τους τσάρληδες (βλ. τσάρλης) καρέττα [caretta] καρότσι ή χειράμαξα (ουσιαστικό) ιταλικά από το βενετικό caréta ή το κοινό ιταλικό carretta που σημαίνει καρότσι ή χειράμαξα η δεύτερη ετυμολογία δικαιολογεί την προφορά της λέξης με δύο 'τ' καρκασιαλλίκι [gargashialiki] αναταραχή, φασαρία, σαματάς (ουσιαστικό) πχ. ήνταμπουν τούτον το καρκασιαλλίκι δαχαμέ; τουρκικά karışıklık (τουρκ.) = αναταραχή, αταξία καρκιά [gargia] καρδιά (ουσιαστικό) ελληνικά καρδιά καρκόλα [gargola] κρεβάτι (ουσιαστικό) πχ. α γενέκα πάλε έσυρες χαμέ τη καρκόλα; ξίκκο σου για γαμήστρα ιταλικά carriola = στα μεσαιωνικά ιταλικά σήμαινε κρεβάτι τα 'ριο' και 'ρια' προφέρονται ως 'ρκο' και 'ρκα' αντιστοίχως καρούα καρπέττο [garbeto] χαλί (ουσιαστικό) αγγλικά carpet (αγγλ.) = χαλί, χρησιμοποιείται από τους ελληνοκύπριους μετανάστες στη Μεγάλη Βρετανία (Τσιαρληδες, βλέπε λήμμα) αυτό λέγεται από τους τσάρληδες (βλ. τσάρλης) καρταμοθωρώ [kartamothoro] βλέπω θωλά ελληνικά κάρταμος + θωρώ κάρταμος [gardamos] ελληνικά υπάρχει καταγεγραμμένη ως βυζαντινή λέξη, αλλά δεν κατάφερα να μάθω τι σημαίνει όμως :( ο Νικήτας Χωνιάτης (υψηλόβαθμος βυζαντινός αξιωματούχος και ιστορικός) έχει καταγράψει την συγκεκριμένη λέξη αλλά ακόμη είναι άγνωστη η ετυμολογία και η σημασία της καρτάνα [gardana] 1. ελώδης πυρετός (ουσιαστικό) λόγω του ότι η ελονοσία έχει εξαφανιστεί σχεδόν πλήρως πια από τα εύκρατα κλήματα, πλέον χρησιμοποιήται κυρίως η μεταφορική σημασία της, η ίδια λέξη με την σημασία της νόσου υπήρχε και στα επτάνησα 2. γυναίκα χαμηλών ηθών, πόρνη, πουτάνα (ουσιαστικό) (μτφ.) πχ. Α, ρε την καρτάνα!!! ιταλικά (febbre) quartana = τεταρταίος (πυρετός)/ελώδης πυρετός (ιταλ.) < quartan καρτερίμι [garderimi] πεζοδρόμιο (ουσιαστικό) τούρκικα kaldırım (τουρκ.) - πεζοδρόμιο καρτερώ [gardero] περιμένω (ρήμα) πχ. καρτέρα άλλο-λίον τζαι εννά έρτει τζαι ο Αντρίκκος ελληνικά καρτερῶ (αρχ. ελλ.) καρτζιλαμάς [garjilamas] κυπριακός παραδοσ. αντικριστός χορός (ουσιαστικό) τούρκικα βλ. καρτζίν ή καρτζιλατώ καρτζίν [garjin] απέναντι (πρόθεση) πχ. εστάικα καρτζίν που το περίπτερο τούρκικα karşı (τουρκ.) = αντικρύς, απέναντι καρτσιλατώ [kartsilato] 1. αντικρύζω, αντιπαραθέτω (ρήμα) 2. συγκρίνω (ρήμα) (μτφ.) τούρκικα < καρτζίν (βλ. λ) < karşı (τουρκ.) = αντικρύς, απέναντι κασάπης [gasabis] κρεοπώλης, χασάπης (ουσιαστικό) τουρκικά kasap (τουρκ.) χασάπης