<-- Προηγούμενη σελίδα Εκτύπωση αυτής της σελίδας Πίσω στο βικιπριακά Επόμενη σελίδα -->

παπίλλαρος wikipriaka.com -- σελ. 13 -- πίντα
παπίλλαρος [papillaros] πρώϊμο μεγάλο σύκο (ουσιαστικό) λατινικά λατινικό papila = θηλή, ρώγα (στήθους), μαστός λέξη που χρησιμοποιείται κυρίως στην περιοχή Πάφου παπίρα [papira] πάπια (ουσιαστικό) ονοματοποίηση από τον ήχο: πα πα παπουτσόσυκο [paputsosiko] φραγκόσυκο (ουσιαστικό) ελληνικά πάππαλλα [pappalla] τέλος, δεν έχει άλλο, πάπαλα ελληνικά πάπαλα είναι νηπιακή λέξη αλλά ίσως να έχει και νοτιογερμανική καταγωγή παραθκιάνταλος [parathkiandalos] ελαττωματικός, παρασάνταλος (επίθετο) παρακαθκιανός [parakathkianos] παρακατιανός, αφύσικος (επίθετο) ελληνικά παρά + διαλυτός παρακούω [parakuo] ανυπακούω (ρήμα) ελληνικά Παρά + ακούω παραντζέλλω [paranjello] 1. παραγγέλω (ρήμα) 2. συμβουλεύω (ρήμα) ελληνικά παραγγέλω παραντία [parandia] πχ. οταν αρχισει να βρεχει, τις πρωτες σταγόνες τις λεμε παραντίες Πρωτοβροχια παραπόττης [parapottis] άτιμος, ύπουλος, απατεώνας (επίθετο) ιταλικά < (μ)παγαπόντης < vagabondo = αλήτης, ζητιάνος, άστεγος, τεμπέλης (ιταλ.) < vagabundus (υστερολατινικά) = αυτός που τριγυρνάει παραρά [parara] πλαγιά (ουσιαστικό) πχ. έπιασεν τα όρη τζιαί τα παραρά ελληνικά παρά + όρη (όρη=βουνά) παρασιονώννω [parashononno] παραχύνω το φαγητό από την κασσαρόλλα στην πιατέλλα (ρήμα) ελληνικά παρά + σιονώννω (βλ. λ) πάρατζει [paraji] πάρα πέρα (επίρρημα) ελληνικά πάρα + εκεί παρκάτου [parkatu] 1. λιγότερο, πιο κάτω (επίρρημα) 2. μακριά (επίρρημα) ελληνικά πάρα κάτω παρπατητός [parpatitos] περπατητός ελληνικά περπατητός παρπατώ [barbado] περπατώ (ρήμα) ελληνικά περπατώ παρπατώντας [barbadondas] περπατώντας (μετοχή) ελληνικά περπατώντας παρπέρης [barberis] κουρέας (ουσιαστικό) αγγλικά barber παρπέττα [parpeta] φαβορίτα (ουσιαστικό) παρτάρω [bardaro] παίρνω το μέρος κάποιου, υποστηρίζω κάποιον (πιθανόν εις βάρος κάποιου άλλου) (ρήμα) πχ. Ούλλον τον Γιαννή παρτάρεις, εμάς ούτε να μας σσιέσεις. γαλλικά partager (l'avis de qqn) / παρτ-αζέ (λ'αβί ντε κελκάν) Κυριολεκτικά: Μοιράζομαι την άποψη κάποιου πασανάκατος [basanagados] ανακατεμένος (επίθετο) ελληνικά πασιά [pashia] παχιά γυναίκα (επίθετο) ελληνικά παχιά πασιαίνω [pasheno] παχαίνω (ρήμα) παχαίνω πασιάκκα [bashaka] τεράστια, παχιά γυναίκα (επίθετο) ελληνικά παχιά πασιαμάς [bashamas] 1. χαβαλές (ουσιαστικό) 2. χαβαλές (φράση (χάι-χούι)) ένας θεός ξέρει :) πασιής [bashis] παχύς (επίθετο) ελληνικά παχύς πασιοκόλα [bashogola] χοντροκώλα (επίθετο) ελληνικά πασιής (=χοντρός, βλ λ.) + κώλος πασιόπετσος [bashobedsos] ο έχων χοντρό πετσί (δέρμα) (επίθετο) ελληνικά πασιύ (παχύ) + πέτσα (δέρμα) πασιουρτού [pashurdu] χοντρούλα (επίθετο) ελληνικά βλ. λ. πασιά πάσκα [basga] 1. γιορτές (ουσιαστικό) 2. πάσχα (ουσιαστικό) ελληνικά πάσχα πασπαλιάζω [basbalyazo] δίνω ξύλο (ρήμα) πασπαρτού [basbardu] χάρτινη κολλητική ταινία (ουσιαστικό) https://photos1.blogger.com/blogger2/6358/4035/1600/passe.jpg γαλλικά passe-partout (γαλλ.) = γενικό αντικλείδι παλαιά υπήρχε είδος κολλητικής ταινίας (τέλλας) εν ονόματι passe-partout tape (νομίζω ήταν αγγλική εταιρία) η οποία χρησιμοποιότανε για να κολλήσεις τις φωτογραφίες σου πάνω στο passe-partout (το πίσω μέρος του πλαίσιο του κάδρου όπου τοποθετάς τις εικόνες) πασπατεύκω [basbadevgo] πασπατεύω (ρήμα) ελληνικά πασπατεύω πασπίσκοπος [paspiskopos] αρχιεπίσκοπος (ουσιαστικό) ελληνικά baş (τουρκ. = ηγέτης, αρχηγός) + επίσκοπος πασσκλεφτης παστελλώννω [basdellonno] παστόρεγγα [pastoregga] πολύ λεπτός ή πολύ λεπτή (επίθετο) πχ. καλά ρε μα έν ητρώεις τίποτε τζαι έγινες έτσι; είσαι τέλεια παστόρεγγας ελληνικά παστή + ρέγγα πάστρα [basdra] καθαριότητα, πάστρα (ουσιαστικό) ελληνικά από το αρχαίο ελληνικό 'Σπάρτον' θάμνος με τον οποίο κατασκεύαζαν σκούπες. παστρεύκω [basdrevgo] καθαρίζω σκουπίδια (ρήμα) ελληνικά βλ. πάστρα πατανία [badania] κουβέρτα (ουσιαστικό) πχ. Εσσιεπάστικα με την πατανία. (Σκεπάστηκα με την κουβέρτα) τούρκικα battaniye (τουρκ.) - κουβέρτα πατατάρης [badadaris] πωλητής ή και πράτης πατατών (ουσιαστικό) ελληνικά πατάτα πατούρι [patouri] κόσκινο με πυκνές και μικρές τρύπες (ουσιαστικό) ελληνικά πατρονιά [batronya] το να ντύνεσαι, να συμπεριφέρεσαι, να μιλάς, και γενικώς να μιμείσαι τους πάτρονους (νταβατζήδες) επίσης χρησιμοποιήτε για πράγματα που αρέσουν στους νταβατζήδες λ.χ. χρυσές αλυσίδες, κομπολόι με χάνδρες από μαργαριτάρι, στριφτό μουστάκι, χρυσά δόντια, γιγαντιαίοι χρυσοί αλυσιδωτοί σταυροί (μεγάλη ειρωνία - ίσως λόγω των ΙΕΡΟ-δουλων του), ρεπούμπλικα (φεντόρα) και χειροποίητο μπουζούκι με δύο γκόμενες σχεδιασμένες πάνω (ουσιαστικό) ιταλικά <
πάτρονος = νταβατζής < ιταλ. patrono = προστάτης πάτρονος [badronos] νταβατζής, μεταφορικώς ο κλαρινογαμπρός (ουσιαστικό) (μτφ.) ιταλικά από το ιταλικό patrono που σημαίνει προστάτης (διότι προστατεύει της ιερόδουλές του) πατσαρίτζι [padsariji] άχρηστο αντικείμενο πατσαρκά [badsarka] σφαλιάρα, χαστούκι (ουσιαστικό) ελληνικά ή ιταλικά βλ. πάτσος πατσιαούρα [padshaura] ατημέλητη (επίθετο) ιταλικά βλ. πατσιαούρι πλέον χρησιμοποιήτε με την έννοια σκουπίδι και συναντάτε ως spazzatura πατσιαούρι [badchauri] πατσαβούρα (ουσιαστικό) ιταλικά spazzaura (ενετ.) = άκρη του ρούχου, κουρέλι πλέον χρησιμοποιήτε με την έννοια σκουπίδι και συναντάτε ως spazzatura πατσίκκουρμας [patsikkourmas] παραδοσιακό κυπριακό γλυκό (γλυκό με φοινίκια) (ουσιαστικό) πχ. πρόσφερε τους ξένους πατσίκκουρμα πάτσος [badsos] χαστούκι (ουσιαστικό) ελληνικά ή ιταλικά από τον ήχο του χαστουκιού στο μάγουλο, 'πατς' ή από το ιταλικό pazzo = τρελός, μανιακός, παθιασμένος (πιθανώς αντιδάνειο από το ελληνικό πάθος) στην ελλάδα χρησιμοποιήτε σπανίως το μπάτσος (=χαστούκι) αλλά αυτή πιθανότατα να είναι από παράκουσμα της φράσης 'θα σου δώσω έναν πάτσο' που το άκουγαν ως 'θα σου δώσω ένα νπάτσο' > μπάτσο παρόμοια περίπτωση είναι αυτή του πούτσου όπου ο 'πούτσος' μερικές φορές λέγεται 'μπούτσος', αλλά μόνο στην ελλάδα πατταλεύκω [batalevgo] χαλώ (ρήμα) αγγλικά bad (αγγλ.) = κακό, χαλασμένο παττάλης [patalis] κακού χαρακτήρα (επίθετο) αγγλικά bad (αγγλ.) = κακός παττάλικο [pataligo] χαλασμένο (επίθετο) αγγλικά βλ. πατταλεύκω πατταλοδουλειά [pattalodoulia] δουλειά που δεν γίνεται σωστά (ουσιαστικό) πχ. Μα άδε έντα πατταλοδουλειές μου έκαμε, έριψε μου τον τοίχο. αγγλικά + ελληνικά σύνθετη παττάλικη (αγγλ. bad, βλ. πατταλευκω) + δουλειά πατταλόνι [bataloni] παντελόνι (ουσιαστικό) ελληνικά παττίζω [batizo] χρεωκοπώ, σπρώχνω κάποιο στο βυθό της θάλασσας (δημοφιλές παιγνίδι) (ρήμα) ελληνικά από το πάτο με την έννοια πιάνω πάτο > πατίζω > παττίζω παττισμένος [batismenos] χρεωκοπημένος (επίθετο) ελληνικά βλ. παττίζω παττίχα [batiha] 1. καρπούζι (ουσιαστικό) 2. κεφάλι (ουσιαστικό) (μτφ.) πχ. 'χάννει η παττίχα σου' = δεν τα πας καλά, δεν μιλάς λογικά, λες παράλογα πράγματα αραβικά بَطيخة (batikh) παττιχοτζιέφαλος [batihojefalos] χαζός (επίθετο) παττίχα (= καρπούζι, βλ. λ) + τζιεφαλή (=κεφαλή, βλ. λ) παττιχόφυλλο [pattihofillo] φλούδα καρπουζιού (ουσιαστικό) πχ. Εφάασιν τζιαι τα παττιχόφυλλα που την πείνα τους. παττίχα (καρπούζι) + φύλλο παττώ [bato] χρεωκοπώ (ρήμα) ελληνικά βλ. παττίζω πεζεύκω [bezevgo] πεζεύω, αφιππεύω, σταματώ, κατεβαίνω από το άλογο, γίνομαι πεζός (ρήμα) ελληνικά από το πεζός πεζίνα [bezina] 1. βενζινάδικο (ουσιαστικό) 2. βενζίνη (ουσιαστικό) γαλλικά ή ιταλικά < βενζίνη < γαλλ. benzine ή < βενζίνα < ιταλική benzina πεζούνι [bezuni] περιστέρι (ουσιαστικό) γαλλικά γαλλικό pigeon πεϊκλώννω [beiglonno] αλυσοδέννω τα πόδια κάποιου (ρήμα) πέιλερ [peiler] πχ. οι πέιλερ! πέκκιουγιου Από το Τουρκοκυπριακό χωριό Beykoy στο Βορειοανατολικό Τμήμα της επαρχίας Λευκωσίας. Κοντά στο Ελληνοκυπριακό χωριό Πέτρα του Διγενή. Αραιοκατοικημένη, προ του 1974 περιοχή, με οδικό δίκτυο φτωχής ποιότητας. Παρόμοια σημασία με το 'Τζιάος' που επίσης είναι Τουρκοκυπριακό χωριό κοντά στο Λευκόνοικο με δυσκολία στην πρόσβαση. Μεταφορικά σημαίνει το 'στ' ανάθεμα' / πολύ μακριά / κάπου πολύ δυσπρόσιτα. πελανίβερσι [pelaniversi] τουρκικά πελανισινιβερσιν Προέρχεται από το Αλλάχ πελανίβερσι δηλαδή να σου δώσει ο θεός πελάν (κάτι να βασανίζεσαι) πελεκάνος [pelekanos] ξυλουργός (ουσιαστικό) πχ. Φερ΄τον πελεκάνο ρε, γιατί έσπασεν την πόρταν ο μιτσής! *το πελέκι(ον) είναι το υποκοριστικό του πέλεκυς ελληνικά παφίτικα πελεκάνος < αρχαία ελληνική πελεκάω (κτυπώ με το πελέκι=εργαλείο ξυλουργικής) + -άνος Πελέκι προέρχετε από το πέλεκυς, το οποίο σημαίνει τσεκούρι (εξού και ο διπλός πέλεκυς), αλλά σημαίνει και αιχμηρή άκρη. Ο Χριστός αναφέρεται κάπου και ως πελεκάνος λόγω του ότι ήταν ξυλουργός. πελεντρος πελλαμένος [bellamenos] τρελλαμένος (επίθετο) ελληνικά βλ. πελλός πελλαμός [bellamos] τρέλλα (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. πελλός πελλανίσκω [bellanisgo] τρελένομαι (ρήμα) ελληνικά βλ. πελλός πελλάρα [bellara] τρέλλα (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. πελλός πελλετώ [beleto] κοιτάζω προσεχτικά (ρήμα) τούρκικα belletmek (τουρκ.) = μαθαίνω κάτι απ'έξω πελλοκίκκιρος [bellogikiros] πολύ τρελλός (επίθετο) πελλός + κίκκιρος πελλοπουπούξιος [bellobubuxios] κάποιος με μαλλιά όπως με αυτά του τσαλαπετεινού, αχτένιστος
(επίθετο) (μτφ.) πχ. Ίνταλος είσαι έτσι όπως τον πελλοπουπούξιο, ρε; ελληνικά πελλός (τρελός) + πουπούξιος (βλ. πουπούξιος) πελλός [bellos] τρελλός (επίθετο) ελληνικά πελλός (=τρελός) < μεσν. πελελός (ανισόρροπος, παράφρων, τρελός, 'χαμένος') < από τη μτχ. παθ. πρκ. ἀπολωλός του αρχ. ελλ. ρ. ἀπόλλυμι πέμπερος [bemberos] πολύ ηλικιωμένος (επίθετο) ελληνικά πέμπελος (αρχ.) πέμπω [bembo] στέλνω (ρήμα) πχ. έπεψα το μιτσίν να μου φέρει τσιάρα που το περίπτερο έστειλα τον μικρό να μου φέρει τσιγάρα από το περίπτερο ελληνικά πέμπω (αρχ.) πεντώ [bendo] Ανεμίζω (κουνώ, λικνίζω) το χέρι (ρήμα) περέχω [pereho] υπερέχω, ξεχωρίζω ως πιο μεγάλος σε μέγεθος (ρήμα) ελληνικά υπερέχω περικεντές περιπαιζω [peripezo] κοροιδεύω (ρημα) πχ. Έ το επερίπαιξα τον τζιαι επήρεν το στα σοβαρά. ελληνικά αρχ. περιπαίζω από τη σύνθεση του περί + παίζω περίτου [beridu] περισσότερο (επίρρημα) ελληνικά εκ περιττού (αρχ.) Λ. Μαχαιράς: [...]οἱ περίτου τοῦ συνγκρίτου καὶ οῦλον τὸ ἀρχοντολόγιν[...] πέρκαλλος [bergallos] πολύ ωραίος, πανέμορφος (ουσιαστικό) ελληνικά υπέρκαλος (αρχ.) πέρκι [bergi] μακάρι τούρκικα belki = ίσως πέρκιμον [bergimon] 1. μακάρι, ελπίζω 2. μακάρι, ελπίζω τούρκικα βλ. πέρκι πέρκιμου [bergimou] 1. μακάρι, ελπίζω 2. μακάρι, ελπίζω τούρκικα βλ. πέρκι περσιάνα [bersiana] παραθυρόφυλλο (ουσιαστικό) περτικοπουλαρόσιηλος [berdigobularoshilos] Αυτός ή αυτή που έχει χείλη αισθησιακά και πανέμορφα και κάπως γεμάτα (επίθετο) πχ. Ronaldinho χαχαχαχαχα ωραίος ο τύπος που το έγραψε XD ελληνικά πέρτικο (πέρδικα) + πουλαρό (πουλάρι) + χείλος = άτομο με σαρκώδη χείλη μικρού μήκους και χαλαρά πεταξούμενος [bedaxumenos] πεταγμένος (επίθετο) από το ρήμα 'πετάσσω' πετάσι [bedasi] χαρταετός (ουσιαστικό) ελληνικά πετώ (ελλ.) πετάσσω [bedasso] πετάω κάτι (σαν άχρηστο) (ρήμα) ελληνικά αποτάσσω (αρχ.) πετζιερτίζω καταφέρνω πχ. Ρέξε τζιει τζιαι εν πετζιερτίζεις! πετρόλαον [betrolaon] πετρέλαιο (ουσιαστικό) ελληνικά πετρόλαον < πετρόλα(δ)ον < πέτρα + λάιν (λάδι) το πετρόλαον (το λάδι της πέτρας) προκύπτει όπως και το ελαιόλαδο (το λάδι του ελαίου) πετρομούτιν Πέτρα + Μούτιν (μύτι) Η κορυφή ενός βράχου ή η κορυφή ενός πέτρινου δρόμου. Πχ 'το πετρομούτιν της Αλώνας' είναι ενας μεγάλος βράχος σε λόφο κοντά στο χωριό Άλωνα. Επίσης, στο κυπριακό pre wedding video του Δήμου + Μαριλένας, υπάρχει η φράση 'που το πετρομουτιν εν να σε τζυλίσω'. πεφκούιν [pefkouin] χαλί, μικρό (ουσιαστικό) πέφτζιν [peftjin] χαλί (ουσιαστικό) παύτζιν < μεσαιωνικό πεύκιν (αγνώστου ετύμου) Λ. Μαχαιράς: 'ἐπυρώννουνταν· καὶ πευκία μεταξωτὰ', 'ὁ σουλτάνος ἔδωκέν μας τὸ πεύκιν του' πεχανίσκω [behanisgo] πεθαίνω (ρήμα) ελληνικά θ > χ + κατάληξη -ίσκω πηλά [bila] λάσπες (ουσιαστικό) ελληνικά πηλός πιθαρκού [bithargu] μεθαύριο (επίρρημα) ελληνικά πιθαύριο [bithavrio] μεθαύριο (επίρρημα) ελληνικά πιθκιαβλιν [pithkiavlin] αυλος πιθκιαβλοζάμπης [bithgiavlozambis] κάποιος με λεπτά πόδια (επίθετο) πχ. Είσαι πολλά πιθκιαβλοζαμπης ελληνικά < πιθκιαύλι (λεπτή φλογέρα) + ζάμπα (μπούτι) πιθκιαύλιν [bithgiavlin] φλογέρα, κυπριακός αυλός φτιαγμένος από καλάμι, κυρίως ποιμενικό όργανο (ουσιαστικό) http://www.assia.org.cy/index.php/home/168-chambis-charalambous-pithkiavli-assia ελληνικά παιδίαυλος (αρχ.) < παιδί + αυλός πιλατεύκω [biladevgo] πιλατεύω (ρήμα) ελληνικά πιλατεύω πιλέ [bile] ήδη (επίρρημα) τούρκικα bile πίλλουροι πιλοζίριν [pelozirin] (Αγγλικό) below zero Θερμοκρασία κάτω από το μηδέν πιλόζιρκα [bilozirga] χαμηλές θερμοκρασίες, κάτω του μηδενός (επίρρημα) αγγλικά από το αγγλικό 'below zero' πινακωτή [pinakoti] ξύλινη θήκη για την τοποθέτηση του ζυμαριου που θα γινει ψωμι για να πάρει σχήμα - όπως το καρβέλι (ουσιαστικό) πινόλλι [binolli] σπόρος κουκουναριού (ουσιαστικό) ελληνικά πινόλι πίντα [pinta] σερί, ακατάπαυστα (επίρρημα) πχ. -Μαλάκα... Ίνταλος είσαι έτσι όπως το στοισιειόν του λάκκου; -Άστα ρε φίλε, είμαι 2 μέρες πίντα δίχα ύπνο... ίσως ιταλικά ίσως από το ιταλικό pinta (θηλυκή παθητική μετοχή του ρήματος pingere που είναι εναλλακτική μορφή του ρήματος spingere = ωθώ, οδηγώ, προωθώ, παρορμώ, παρακινώ, σπρώχω, πηγαίνω, προκαλώ, αναγκάζω, περιστρέφω, σπεύδω, βιάζω [κυριολεκτικά]) βεβαία αυτή η λέξη μπορεί να είναι και ελληνικής ετυμολογίας λόγω του ότι απαντάται σε μεσαιωνικά κείμενα γραμμένα στην κυπριακή διάλεκτο της εποχής της λατινοκρατίας (Λ. Μαχαιράς, Γ. Βουστρώνιος, Ρίμες Αγάπης)