<-- Previous Page Print this page Back to wikipriaka Next page -->

αμπλάστριν wikipriaka.com -- pg. 2 -- άρπα
αμπλάστριν [amblasdrin] medicinal patch where certain chemicals transfuse from the cloth backing of the patch to the skin (ουσιαστικό) eg. βάρμου έναν αμπλάστριν να μου περάσει ο πόνος που'χω μέσ' την ράσσιην ελληνικά αμπλέπω [amblebo] to see (ρήμα) ελληνικά α + βλέπω άμπουλα [ambula] ambulance (ουσιαστικό) αγγλικά ambulance αμπούστα [ambusta] small case (ουσιαστικό) ιταλικά busta (ιταλ.) = φάκελος, κουτάκι, μικρή θήκη με πρόσθεση του 'α' για ελληνοποίηση της λέξεως αμπούστα από σιτάρι σημαίνει και μέτρο μέτρησης για το σιτάρι και άλλα δημητριακά αναβράκωτος [anavragodos] all devouring, very poor, destitute (επίθετο) ελληνικά από τα δύο στερητικά 'αν' και 'α' + 'βρακί' με σκοπό την επίταση αναγιώννουμαι [anayionume] grow up (ρήμα) ελληνικά αναγιώννω [anayionno] to raise up someone (ρήμα) ελληνικά ίσως από το ανά + γιός αναγιωτή αναδόχνω [anadhohno] contrition, penance, repent (ρήμα) ελληνικά ανά + έδοξεν > ανάδοξεν > αναδόχνω αναθρήκα [hanathriga] stem from a plant which is very light and fibrous (ουσιαστικό) eg. έκοψεν μιαν αναθρήκα τζιαί έκαμεν μιαν 'αουρίδα' για τους μιτσιούς ελληνικά από το αρχαίο 'νάρθηξ' ανάμιση [anamisi] one and a half ελληνικά αναμώννω [anamonno] stretch my hand to hit someone (ρήμα) ελληνικά αναορεφκω αναρή [anari] (ουσιαστικό) ελληνικά από αναδερή, ανάριο ανάρκα [hanarka] thinly (επίρρημα) ελληνικά < αρχ. ανάρια < πλυθ. του ανάριος = αραιός αναρκοβυζού [anargovizu] she whose breasts are spread wider apart than normal (επιθετο) ελληνικά ανάρκα (βλ. λ) + βυζί (στήθος) αναρκοδόντης [anargodhondis] he who has large gaps between his teeth (επίθετο) ελληνικά ανάρκα (βλ. λ) + δόντι ανάσιελλα [anashella] laying on your back (επίρρημα) ελληνικά ανάσκελα ανγκρίζουμαι [angrizume] to get upset, angry (ρήμα) ελληνικά < αγγρίζω < ἀγγρίζειν (αρχ. ὑφαιρεῖσθαι, ἐρεθίζειν) Χρονικόν του Λ. Μαχαιρά (15ος αιών): «Ἀφέντη, μηδὲν ἀγγρίζεσαι, ὅτι οἱ Ροδῖτες κρατοῦν τὸν κοντοσταύλην, καὶ δὲν μᾶς τὸν διδοῦν νὰ πᾶμεν!» ανγκρίζω [angrizo] to annoy someone, to make someone angry (ρήμα) eg. 'Τι σου είπεν τζαι ανγκρίστηκες;' Συντάσσεται κυρίως στη παθητική φωνή ('ανγκρίζουμαι') ελληνικά αγγρίζω < ἀγγρίζειν (αρχ. ὑφαιρεῖσθαι, ἐρεθίζειν) Χρονικόν του Λ. Μαχαιρά (15ος αιών): «Ἀφέντη, μηδὲν ἀγγρίζεσαι, ὅτι οἱ Ροδῖτες κρατοῦν τὸν κοντοσταύλην, καὶ δὲν μᾶς τὸν διδοῦν νὰ πᾶμεν!» ανγκρισμένος [angrismenos] angry, mad (επίθετο) ελληνικά βλ. ανγκρίζω ανέμη [anemi] unwinder (ουσιαστικό) άνενοιας [anenias] with nothing to worry about ελληνικά άνευ έγνοιας ανεράα [aneraa] fairy (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. ανεράδα ανεράδα [anerada] fairy (ουσιαστικό) ελληνικά νεράϊδα (αρχ. ελλ. λ. Νηριίς = νύμφη της θάλασσας) -α, με παρετυμολ. επίδραση της λ. νερό ανεφαίνουμαι [anefenume] turn up, appear, come into view, come up, show up (ρήμα) eg. Ώπου να σαι εννά ανεφανεί. -Είες τον Αντρικκίν; -Όι κόμα εν ανεφάνειν ελληνικά Ανε + φαίνουμαι ανήλιος [anhilios] worm snake (ουσιαστικό) ελληνικά ανήλιος < αρχαία ελληνική ἀνήλιος < ἀν- + ἥλιος δλδ. αυτός που δεν πέφτουν πάνω του οι ακτίνες του ήλιου ανηφορκά [aniforga] uphill (ουσιαστικό) eg. ...θα πάρω μιαν ανηφορκά θα πάρω μονοπάτι που πάει στη λευτεριά... (από ποιήμα του Ευαγόρα Παλληκαρίδη) ελληνικά ανηψιός [anibshos] cousin (ουσιαστικό) ελληνικά ανιψιός < αρχαία ελληνική ἀνεψιός ανοιχτάρι [anihtari] key, wrench, clef (ουσιαστικό) ελληνικά από το ρήμα ανοίγω άνου [anu] rise (προστακτική) eg. Άνου πάνω τζε'ν δέκα η ώρα. (Σήκω πάνω (Ξύπνα), πήγε δέκα η ώρα) ελληνικά άνω αντακώννω [andagono] to start (ρήμα) άνταν [andan] when (χρονικός σύνδεσμος) eg. Αντάν αρτζιέψαν οι κρυφοί ανέμοι τζι εφυσούσαν τζι αρκίνησεν εις την Τουρτζιάν να κρυφοσυνεφκιάζη τζιαι που τες τέσσερεις μερκές τα νέφη εκουβαλούσαν, ώστι να κάμουν τον τζιαιρόν ν' αρτζιεύκη να στοιβάζη - 9η Ιουλίου 1821 εν Λευκωσία Κύπρου, Βασίλης Μιχαηλίδης άνταν ή αντάν < ὅνταν < ίσως να βγαίνει από το όταν μεσαιωνική κυπριακή λέξη, καταγεγραμμένη σε διάφορα έγγραφα και χρονικά, π.χ. Λ. Μαχαιράς: [...]ἐλυπήθην· καὶ ἅνταν ἐδιάβην ἡ λύπη[...], [...]καὶ ὅνταν χρειαστῇ[...] η λέξη όνταν απαντάται και στα ποντιακά (παραδ. ποντιακό τραγούδι 'Ακρίτας όνταν έλαμνεν') και θαρρώ πως υπάρχει και στα σαρακατσαναίικα (σαρακατσαναίοι = έλληνες νομάδες πίνδου και γενικώς ηπείρου, έχουν παραδ. τραγούδι 'οντάν μουν δεκαοχτώ χρονών') αντάτζιν [andadjin] setting out a space of crop for harvesting, mow, reap, scythe αντελοσιάζω [andeloshazo] scare, spook (ρήμα) ελληνικά βλ. αντζελοσιάζω άντερο [andero] bowel, gut, intestine (ουσιαστικό) ελληνικά έντερο αντζελοκάμωτη [anjelokamoti] made like an angel (επίθετο) ελληνικά άγγελος + κάμνω (φτιάχνω) αντζελοσιάζω [anjeloshazo] scare, spook (ρήμα) ελληνικά άγγελος + σιάζω άντζιακκι [anjaki] just about right, practically ok, nearly right, nearly enough, close on, thereabout, well nigh, nigh, thereabouts, almost, as good
as (επίρρημα) αντζιό [angio] plate (ουσιαστικό) ελληνικά αγγείο αντζίστρι [anjisdri] fishhook, hook, gaff (ουσιαστικό) ελληνικά αγκίστρι αντινάσσω [andinasso] shake (ρήμα) eg. αντινάσσω του μιαν τζαι άηκα τον στον τόπον του του δίνω μια και τον άφησα στον τόπο του πατάτες αντιναχτές (κυπρ. πιάτο) ελληνικά < ανά + αρχ. τινάσσω (=σείω, τραντάζω, άνω και κάτω, κουνώ, τραβώ απότομα, τινάζω) αντράες [antraes] men (ουσιαστικό) ελληνικά άντρες αντρέπουμαι [andrebume] ashamed (ρήμα) ελληνικά ντρέπομαι αντροπή [androbi] shame, disgrace (ουσιαστικό) ελληνικά ντροπή αντροπιάρης [androbiaris] (ουσιαστικό) ελληνικά ντροπιάρης αντρόσιην [androshin] hurdle, immobilizer block (ουσιαστικό) ελληνικά ανατρόχιον (αρχ.) αντρουκλιά [andruglia] wild arbutus (ουσιαστικό) ελληνικά ανυπόλυτος [anibolidos] barefoot, barefooted, shoeless (επίθετο) ελληνικά ανώι [anoi] loft, attic (ουσιαστικό) ελληνικά άνω ανώρας [anoras] early (επίρρημα) ελληνικά από το αρχαίο 'εν ώρα' αξάγκωνα [axangona] with one's hands (tied) behind his back (επίρρημα) eg. έδεισεν τον αξάγκωνα = τον έδεσε με τα χέρια πίσω από την πλάτη του ελληνικά από την πρόθεση 'εξ'+'αγκών=αγκώνα' αξάϊν άξαμος [axamos] measure, dimension (ουσιαστικό) eg. επήεν στο ράφτη τζιαί έπιαν του άξαμον για να του ράψει φορεσιάν να την παννίσει τη Λαμπρή. = πήγε στο ράπτη και του πήρε τα μέτρα για να του ράψει κουστούμι για να το φορέσει για πρώτη φορά το Πάσχα. λατινικά από το λατινικό 'examen' > έξαμον > άξαμον με τροπή ε>α αξαμώννω [axamonno] compare, try on (ρήμα) λατινικά βλ. άξαμος άξαππα [axapa] all of a sudden, as a surprise, surprisingly (επίρρημα) ελληνικά βλ. άξιππα αξηνόστραφη [axinostrafi] κτύπημα με το πίσω μεροσ του χεριού άξιιος [axhos] able, worth, capable, worthy, deserving, meritorious (επίθετο) ελληνικά Λόγω του Ξ + Ι το Ξ έγινε δασύ (ksh). Παρόμοιος ήχος δεν υπάρχει στα νεοελληνικά. αξινά [axina] counter to (επίρρημα) τουρκικά aksine (τουρκ.) = απεναντίας, αντιθέτως αξινάστραφα [axinostrofa] different, unusual (επίθετο) (metaph.) τουρκικά αξινά < aksine = απεναντίας, αντιθέτως + στροφή απαντάται και ως αξινόστραφα αξινόστραφα [axinosdrafa] way round, upside down (επίθετο) τουρκικά aksine (τουρκ.) = αντιθέτως + -στροφα συνήθως αναφέρεται για σφαλιάρα 'μπάτσος' και αφορά περίπτωση που χειροδικεί κάποιος με το έξω μέρος της παλάμης - άρα το 'αντίστροφα' ή 'ανάποδα' άξιππα [axipa] all of a sudden, as a surprise, surprisingly (επίρρημα) ελληνικά από το 'εξάπινα' ή 'εξαπίνης'. Εξάπινα>εξάπνα>έξαππα>άξαππα>άξιππα και με σχετική επίδραση του 'ξυππάζουμαι' άξιταν [axidan] accident (ουσιαστικό) αγγλικά accident (αγγλ.) αυτό λέγεται από τους τσάρληδες (βλ. τσάρλης) αόρατος [aorados] juniperus foetidissima plant (ουσιαστικό) ελληνικά από το αρχαίο βόρατον > όρατον > όρατος > αόρατος αουρία [auria] αουρίδα [auridha] άουρος [auros] unripe (επίθετο) ελληνικά από το αρχαίο επίθετο ἄωρος άπαννος [apannos] new, not been worn before (επίθετο) ελληνικά 'α' στερητικό + παννίν απείλιχτρος [abilihdros] tool for weaving, for winding-unwinding the wool (ουσιαστικό) ελληνικά από την πρόθεση 'από'+'ειλικτός' του ρήματος 'ελίσσω' απελέτζητος [abelejidos] crude, unwrought, raw, rough,boor, lout (επίθετο) ελληνικά από το αρχαίον 'απελέκητος' απκιέρωτος [abgierodos] unfilled, unpaid (επίθετο) ελληνικά α (στερητικό) + πκιερώννω (= πληρώνω) απλίτζι [apliji] απολογούμαι [abologoume] I apologize (ρήμα) eg. -Γιατί άρκησες πάλε; -(Συγγνώμη) απολογούμαι *το συγγνώμη δεν είναι απαραίτητο να λέγετε ελληνικά (συγγνώμη) από λόγου μου δλδ συγγνώμη από εμένα (και ΟΧΙ από το αγγλικό apologize, όπως νομίζουν πολλοί) πολλές φορές, μάλιστα, λέγεται ως συγγνώμη απολογούμαι, σε μία πρόταση στην κύπρο, έχουμε το 'που λόου μου' (από λόγου μου) που σημαίνει από εμένα όπως: το λάιν εν που λόου μου = το λάδι είναι από εμένα, είναι πάνω μου απόδειξη από το Χρονικόν του Λ. Μαχαιρά (15ος αιώνας): 'Καὶ ἀπολογήθην του ὁ Πιὲρ Καμπὲ Φρατζόζε καὶ ἀμιράλης τῆς Γένουβας, ἀπολογήθην ταπεινὰ καὶ ὄμορφην τάξιν καὶ μὲ γλυκεῖα λογία' [Και του απολογήθηκε ο Πιερ Καμπέ Φρατζόζε και αμιράλης (ναύαρχος) της Γένουβας, του ζήτησε συγγνώμη ταπεινά και με γλυκειά λόγια] απόπατος [abobados] restroom (ουσιαστικό) ελληνικά απόπατος < αρχαία ελληνική ἀπόπατος < ἀπoπατῶ < ἀπο- + πατῶ απού [aboo] from (πρόθεση) eg. (α)που τα 'νάθεμα από τα ανάθεμα ελληνικά απού < ἀπύ (αιολική και αρκαδοκυπριακή διάλεκτος) = από η πανάρχαια προφορά του 'υ' ως 'ου' διατηρήθηκε απού ρέξει [abu rexi] whoever gets somewhere first, speed race (φράση) ελληνικά απού (όποιος) + ρέξει (βλ. λ. ρέσσω) απόχτιν [apohtin] goat's meat smoked (ουσιαστικό) ελληνικά από το αρχαίον 'οπτόν=οφτόν=ψητό'+πρόθεση 'από'. άποπτον>απόπτιον>απόφτιν>απόχτιν αππάϊν [apain] allotment, quota, cut, share (ουσιαστικό) άππαρος [aparos] 1. horse, ironing board (ουσιαστικό) eg. 'όι άππαρον
1. με την βάκλαν' = κάτι που αναφερόμαστε που είναι τόσο άπιαστο, αδύνατον να γίνει ..... όπως δηλαδή το άλογο με βάκλα (ουρά αρνιού). βλ λήμμα 'βάκλα' 2. ironing board (ουσιαστικό) (metaph.) ελληνικά άππαρος < αππάριον με τροπή το 'ι' έγινε 'α' < υποκοριστικό ἱππάριον < αρχ. ἵππος αππάρα = θηλυκό άλογο, φοράδα, το οποίο χρησιμοποιήτε και μεταφορικά με την έννοια της ψηλής και όμορφης γυναίκας (σαν τον ίππο) αππέξω [appexo] from outside (επίρρημα) ελληνικά απ' έχω με διπλασιασμό του 'π' αφού βρίσκεται μεταξύ δύο φωνηέντων αππηιτούριν [apiidurin] insect that grows in the halloumi cheese. it does not fly but it jumps about (ουσιαστικό) ελληνικά αππιώ (πηδώ) αππίδι [apidhi] pear (ουσιαστικό) ελληνικά από το ελληνιστικό ἀπίδιον, υποκοριστικό του ἄπιον (αρχ.) αππιθκιά [apithgia] 1. pear tree (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. αππίδι 2. measurement for small distances (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. αππιώ 3. jump, stride (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. αππιώ ελληνικά απιθκιά < απιδιά < μεσαιωνική ελληνική απιδιά < απιδέα < ελληνιστική κοινή ἀπίδιον < αρχαία ελληνική ἄπιον (αχλάδι) < ἄπιος (αχλαδιά) άππιος [appios] camber road (ουσιαστικό) ελληνικά κυρτώμα οδοστρώματος, επειδή τα αππιάς (βλ.αππιώ) παφίτικο ιδίωμα, κυρίως στη Δρούσα αππιώ [apio] to jump (ρήμα) ελληνικά πηδώ αππωμένος [apomenos] pampered, coddled (ρήμα) eg. άδε ίντα αππωμένη που εν τζείνη η μιτσιά, νομίζω πως εκαλόμαθέν την ο τζύρης της ελληνικά απωθώ (αρχ.) = αφήνω ελεύθερο αππώννουμαι [aponnume] behave like a child, act childishly (ρήμα) ελληνικά βλ. αππώνω αππώννω [aponno] to pamper, to coddle, to lead someone to act like a child and demand childish things, to spoil someone (ρήμα) ελληνικά από το αρχαίο απωθώ > στον αόριστο απέωσα > άππωσα > ενεστώτας αππώννω αππώνω, αππώθηκα, άππωσα, αππώθηκεν, αππωθήκαμεν, αππωθήκασιν, αππωνούμαστεν και κάτι άλλα αρβάλι [arvali] 1. (metaph.) 2. seive with relatively large holes (ουσιαστικό) ελληνικά αρεουλος αρέσκω [aresko] i please, i serve, to be liked by somebody else (ρήμα) (metaph.) eg. ρε, μα αρέσκω σου; ρε σου αρέσω; (με γουστάρεις;) - κύπρια άμα γουστάρω εγώ ο ίδιος κάτι τότε λέμε αρέσκει μου το τάδε χρησιμοποιήτε όμως και ως γεννικό αντικατάστατο του νεοελληνικού αρέσω ελληνικά < αρχ. ἀρέσκω άρη όρος <<Κάτω στὰ ἄρη τῶν ἀρῶν στόμ πετροκαλαμιώναν>> από Τζυπριακά Ακριτικά του Διενή Ακρίτα αρκάδρωπος [argadrobos] caveman (metaphorically) (ουσιαστικό) ελληνικά αγριάνθρωπος αρκαστήρι [argasdiri] (ουσιαστικό) ελληνικά αργαλιός αρκάτζιν [argajin] brook, brooklet, rivulet, streamlet, runlet, runnel (ουσιαστικό) ελληνικά ίσως από τη σύνθεση του άρκος (=άγριος) + ρυάκι > αρκορυάκιν > αρκορυάτζιν > αρκ(ορυ)άτζιν > αρκάτζιν αρκάτης [argadis] worker (ουσιαστικό) eg. εργάτης ελληνικά εργάτης αρκέφκω [argevgo] begin (ρήμα) ελληνικά αρχή -εύω αρκημός [argimos] departure, start, starting eg. 'εν αρκημός, κόρη;' έτο όπου νάσαι ετελειώσαμεν! ελληνικά αρκή (αρχή) αρκόκαττος [arkokattos] 1. (metaph.) 2. wild cat (ουσιαστικό) ελληνικά άρκος (άγριος) + κάττος (γάτος) αρκόν [argon] dredge, riddle, screen, sieve (ουσιαστικό) ελληνικά 'αραιόν κόσκινο'> κατά παράλειψη του κόσκινο >αραιόν>αριόν>αρκόν αρκόννουμαι [argonnume] (ρήμα) ελληνικά βλ. άρκος άρκοντας [argondas] lord (ουσιαστικό) ελληνικά άρχοντας αρκόπελλος [argobellos] very crazy (ουσιαστικό) ελληνικά άγριος + πελλός (βλ. λ.) αρκοπουτανα αρκορουφητη 1. 2. άρκος [arcos] wild (επίθετο) ελληνικά άγριος άρκοψες [argopses] tommorow night (ουσιαστικό) ελληνικά αρμάζουμαι [armazume] wed (ρήμα) ελληνικά από το 'αρμάζω' βλέπε λήμμα αρμάζω [armazo] join or give in marriage, betroth (ρήμα) ελληνικά αρχ. ἁρμόζω, ἁρμόζομαι (2 Κορ 11:2) αρμάρι [armari] cupboard (ουσιαστικό) λατινικά armarium (λατ.) αρμαρόλα [armarola] cabinet, closet, cupboard, locker, pantry (ουσιαστικό) λατινικά armarium (λατ.) αρνί πασιύ [arni bashi] reputing of any responsibility (επιρρηματική φράση) ελληνικά αρνί (=πρόβατο) + πασιύ (=παχύ) αροδάφνη [arodhafni] oleander, rhododendron (ουσιαστικό) ελληνικά από το ελληνικό ροδοδάφνη>ροδάφνη>αροδάφνη σε αντίθεση με την δάφνη, η αροδάφνη είναι δηλητηριώδες αροθυμώ [arothimo] 1. fear, apprehend, be afraid, be fearful (ρήμα) eg. Μεν μου λαλείς τέθκοια πράματα τζαι αροθυμώ!!! και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο, τ' αράθυμο, το δυνατό, κι όλο ψυχές γιομάτο, - Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Διονύσιος Σολωμός, Σχεδίασμα Β΄, ΙΙΙ 2. to be scared (ρήμα) ελληνικά < αραθυμώ < μεσαιωνική ελληνική αραθυμώ < αράθυμος < αρχαία ελληνική ῥᾴθυμος (ο νωθρός, οκνηρός) αραθυμώ = ενεργώ αργά, δεν έχω διάθεση για ενέργεια ή δράση άρπα [arpa] fast, quick, quickly, apace, presto, pronto, soon (επίρρημα) ελληνικά από το ρήμα 'αρπάζω'