Print this page Back to wikipriaka Next page -->

α wikipriaka.com -- pg. 1 -- αμπέτιν μοχαμέτιν
Α α [a] 1. eg. Α, εντάξει καλό. ελληνικά Επιφώνημα που δείχνει κατανόηση. 2. huh (επιφώνημα) αγγλικά βλ. χα Ως έκφραση απορίας. αάπη [aapi] love (ουσιαστικό) ελληνικά αγάπη με σίγηση του γ αβαβοέ [avavoe] pledge, advanced payment (ουσιαστικό) γαλλικά avant-vœu (avant = πριν, προτού / vœu = όρκος, ευχή) αβανιά [avania] aspersion, calumny, roorback, slander (ουσιαστικό) αραβική αβανιά < μεσαιωνική ελληνική αβανιά / αβανία < αραβική خوان (ḵawwān: άπιστος, αναξιόπιστος, ύπουλος, προδότης) λέξη που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες εν καιρώ τουρκοκρατίας για την αρπαγή περιουσίας μετά από συκοφαντία ή ψευδή μήνυση, η συγκεκριμένη λέξη υπάρχει και σε άλλες γλώσσες (αγγλ. avania, ιταλ. avania, πορτογ. avania, γαλλ. avanie) αβάττα [avata] 1. free (επίρρημα) 2. free, taking something at the expense of someone else (επίρρημα) eg. πάντα πίνει που τα τσιάρα μας ο Παννίκκος εν τέλεια αβάτας γαλλικά από το αβαττατζιά < μεσν. κυπριακό αβανταζιά < γαλλικό avantage = όφελος αβάττατζης [avattatzis] 1. a person that tries to get things for free (επίθετο) 2. freeloader (επίθετο) γαλλικά < μσν. κυπριακό αβανταζιά < γαλλ. avantage = όφελος αβαττάτζια [avattagia] advantage, vantage, benefit, boon (ουσιαστικό) γαλλικά μσν. κυπριακό αβανταζιά/αβαντζιά < γαλλικό avantage = όφελος στον εννικό: αβαττατζιά = πλεονέκτημα, όφελος λέξη που συναντάται στο Χρονικόν του Μαχαιρά ως ρήμα 'να αβαντζιάσει' (παράγραφος 532) αβρατινι συχτυμινι αβρόσσιλλα [avroshilla] squill (Drimia numidica) (ουσιαστικό) ελληνικά ἁβρός (αρχ.) (= κομψός, λεπτός, ωραίος, χαριτωμένος) + σσίλα (σκίλλα) Η αβρόσσιλλα χρησιμοποιείτο ως φάρμακο. αβρούγιος [avruyios] 1. crispy (επίθετο) eg. τούτα τα αχάσια εν αβρούγια πολλά (αυτά τα αμύγδαλα είναι πολύ αφράτα) 2. breakable, fragile, brittle, frail, crisp, frangible, friable, shattery (επίθετο) ελληνικά ἁβρός (αρχ.) = κομψός, λεπτός, ωραίος Ή αφρούγιος αβτέλλα [avtella] 1. bloodsucker, leech (ουσιαστικό) eg. Η βρύση τών πεγιώτισσων εγιέμωσεν αφτέλλες (από το γνωστό παραδοσιακό τραγούδι) 2. bloodsucker,leech (ουσιαστικό) ελληνικά αβδέλλα Ή αφτέλλα άγγονας [angonas] grandson (ουσιαστικό) ελληνικά ε > α αγγονίζουμαι [angonizume] acquire, gain (ρήμα) ελληνικά βλ. αγγονίν αγγονίν [angonin] 1. offspring to keep for preserving the particular species, race (ουσιαστικό) 2. be left behind (ουσιαστικό) (metaph.) eg. Εξιάσαν να πάρουν μιτά τους τα βιβλία, εμείναν μας αγγονίν! ελληνικά αγγόνιν [angonin] grandchild (ουσιαστικό) ελληνικά από το 'εγγόνι' με αλλαγή ε > α αγγόνισσα [angonissa] granddaughter (ουσιαστικό) ελληνικά είδε λήμμα 'αγγόνιν' (α > ε) αγιάζιν [ayazin] cold air, chill wind (ουσιαστικό) τούρκικα ayaz (τουρκ.) άγιος [ayios] rust (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. αγιώννω άγιωμα [ayioma] rust (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. αγιώννω αγιωμένος [ayiomenos] 1. rusted (ουσιαστικό) 2. v (ω) ελληνικά < αγιώννω < ιγιώννω με τροπή του 'ι' σε 'α' που προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ἰόω + την κατάληξη ώννω αγιωμένος = σκουριασμένος αγιώννω [ayionno] to rust (ρήμα) ελληνικά ιγιώννω με τροπή του 'ι' σε 'α' που προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ἰόω + την κατάληξη ώννω αγκάλεμαν [aggaleman] lawsuit, plaint, regimen, suit (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. αγκαλιώ αγκάλη [aggalee] hug (ουσιαστικό) ελληνικά < αρχ. ἀγκάλη < ἄγκος = καμπή αγκαλιώ [aggalio] arraign, indict, sue (ρήμα) ελληνικά < αρχ. ἐγκαλῶ < ἐν + καλῶ ε > α αγκανίζω [anganizo] bray (ρήμα) ονοματοποίηση από τον ήχο 'γκαν γκαν' που κάνει ο γαΐδαρος αγκάστριν [agkastrin] being pregnant (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. αγκαστρώνω αγκαστρωμένος [agkastromenos] pregnant (ρήμα) ελληνικά βλ. αγκαστρώνω αγκαστρώνω [agkastrono] leave pregnant (ρήμα) ελληνικά εν + γαστρώνω < ἐν + αρχ. γαστήρ = κοιλιά αγρέλλιν [ayrellin] wild asparagus (ουσιαστικό) ελληνικά < μσν. ἀγρέλλιον ο βλαστός της αγρελλιάς (άγριο σπαράγγι, φυτό) αγροικώ [agriko] listen, understand (ρήμα) eg. Αγροικάτε χωρκανοί! *Άλλες πιθανές ετυμολογίες: http://greek_greek.enacademic.com/7650/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CF%8E ελληνικά άγρα (= κυνήγι, θήραμα), αγρέ-ω + ακούω, δηλαδή αγρεακώ > αγροικώ (εα>οι) μάλλον αρχικώς λεγόταν για το κυνήγι αγρονίζω [agronizo] identify, admit, know, concede, recognize (ρήμα) ελληνικά πιθανώς να είναι παραφθορά της λέξης 'γνωρίζω' Λ. Μαχαιράς (15ος αιώνας): 'Καὶ ἀγρωνίζω καθολικὰ ὅτι ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων εἶνε ἀγκρισμένος μετά μου' άδε [adhe] look over here (προστακτική) ελληνικά α-(προστακτική) δές αδερφότεκνος [adherfodegnos] 1. nephew (ουσιαστικό) 2. nephew, niece (ουσιαστικό) ελληνικά αδερφός (αδελφός) + τέκνον (παιδί) αδκιασερός [athkiaseros] free of any chores (επίθετο) eg. Αδκιασερός παπάς θάφκει τζαι τους ζωντανούς (κυπριακή παροιμιά) Αργόσχολος παπάς θάβει και ζωντανούς δλδ όποιος είναι αργόσχολος/δεν έχει δουλειά θα κάνει πράγματα που δεν είναι η ώρα τους ελληνικά βλ. αθκιασερός αδρακτάς εργαλείο με το οποίο μετατρέπαν σε χοντρή κλωστή το σκουλλί του λυναριού αδράχτι [adhrahdi] spindle (ουσιαστικό) ελληνικά αδράχτι < ατράχτι < ἄτρακτος (αρχ.) αδροκουλουπιές [athrokouloubies] large raindrops (ουσιαστικό) ελληνικά αδρός (βλ. αδρός) + κουλουπιές αδρός [adhros] fat, big (επίθετο) ελληνικά αρχαία ελληνική ἁδρός αδρυνίσκω [adhrinisgo] to become thick (ρήμα) ελληνικά < ἁδρός (βλ. αδρός) άδρωπος [adhrobos] 1. human, man (ουσιαστικό) eg. 'τοις μεν ανθρώποις......ταις δε γυναιξίν και κορασίοις...' από 'βίος Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος' του Λεοντίου, επισκόπου Νεαπόλεως Κύπρου κατά το ετυμολογικό λεξικό του κ. Κυριάκου Χατζηιωάννου 2. man (ουσιαστικό) eg. Μα εν άδρωπο που επήρε τούτη σιόρ, ή γεναίκα; ελληνικά άνθρωπος, βλ και λήμμα: άνθρωπος άε [ae] 1. come on eg. άε γειά ρε = χάτε γειά ρε 2. look (ρηματικός τύπος) eg. άε μου ρε τον μακούτζι... ελληνικά γιά δες > ά δε > άε, άε > άτε > χάτε > hadi (τούρτσικα) αέρφιν [aerfin] bro (ουσιαστικό) ελληνικά αδέρφι αζαγιά [azayia] old and dusty spider web (ουσιαστικό) ελληνικά ‹ άζα ‹ ἄζω = καίω, ξεραίνω, μαραίνω αζαλέα (Αρχαία Ελληνικά) άζαρτι [azardi] nearly there, little left (επιρρηματική φράση) τούρκικα βλ. άσκαρτι αζάς [azas] municipality counselor αζαχέρι [azaheri] Θυμάμαι τη λέξη από γιαγιάδες σε χωριό της Πάφου εδώ και 35 χρόνια. Με ενδιαφέρει η ετυμολογία της και από που προέρχεται. αζίνα [azina] spark (ουσιαστικό) ελληνικά < ἄζα (αρχ.) = θερμότης
+ ίνα - ίς, ινός αζούλα [azula] jealousy (ουσιαστικό) eg. έσπασεν που την αζούλα του ελληνικά βλ. αζουλεύκω αζουλεύκω [azulevgo] to be jealous (ρήμα) ελληνικά ζηλῶ (αρχ. ελλ.) αζουλόκαττος [azulokattos] jealous (ουσιαστικό) ελληνικά Αζούλα (ζήλια) + κάττος (γάτος) αθάσι [athasi] almond (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. αθασιά αθασιά [athasha] almond tree (ουσιαστικό) eg. Η αθασιά της Αησιέ αν έσιει αθάσια ας έσιει - Τζυπριατζή παροιμίαν ελληνικά από τη θάσια αμυγδάλη, αμυγδαλιά της Θάσου, αφού έβγαζε πολύ καλά αμύγδαλα έτσι οι αρχαίοι τα ονόμαζαν θάσια ή θιάσια αθέρα [athera] awn of the grain whilst on the plant, also the very sharp 'edge' of a knife or a razor (ουσιαστικό) (metaph.) ελληνικά αθέρας < αρχαία ελληνική ἀθήρ (γιατί 'θερίζεις' τον αθέρα με την κόψη της λεπίδας) το 'η' διατήρησε την ομηρική προφορά του ως 'ε' και προστέθηκε η νέα ελληνική κατάληξη -ας άθθρωπος [athrobos] 1. human, man (ουσιαστικό) eg. 'τοις μεν ανθρώποις......ταις δε γυναιξίν και κορασίοις...' από 'βίος Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος' του Λεοντίου, επισκόπου Νεαπόλεως Κύπρου κατά το ετυμολογικό λεξικό του κ. Κυριάκου Χατζηιωάννου 2. man (ουσιαστικό) eg. Μα εν άδρωπο που επήρε τούτη σιόρ, ή γεναίκα; ελληνικά από 'άνθρωπος' με αφομοίωση νθ>θθ αθκειάτζιν [athgiajin] flintstone (ουσιαστικό) ελληνικά από το αρχ. θειάφιον με προθετικό 'α' δηλαδή αθειάφιον > αθειάφιν > αθκειάφιν και με κατάληξη -τζιν όπως τα άλλα υποκοριστικά > αθκειάτζιν αθκιακόπετρα [athgiagobedra] 1. flintstone (ουσιαστικό) 2. flintstone (ουσιαστικό) ελληνικά αθκειάτζιν (βλ. λ.) + πέτρα αθκιανός [athianos] 1. leisured, loafer (επίθετο) (metaph.) 2. free (επίθετο) (metaph.) ελληνικά άδειος αθκιάντρωπος [athgiandrobos] impudent, unblushing (επίθετο) ελληνικά αθκιασερός [athkiaseros] free of any chores (επίθετο) eg. Αδκιασερός παπάς θάφκει τζαι τους ζωντανούς (κυπριακή παροιμιά) Αργόσχολος παπάς θάβει και ζωντανούς δλδ όποιος είναι αργόσχολος/δεν έχει δουλειά θα κάνει πράγματα που δεν είναι η ώρα τους ελληνικά < αδειασερός = εύκαιρος, άεργος, αργός αθκιάση [athgiasi] free time (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. αθκιασερός αθυμιτικό [athimidigo] memory (ουσιαστικό) ελληνικά < ἐνθυμητικός (αρχ.) = αναπολητικός, ανακαλεί μνήμες από το παρελθόν αίγια [eyia] goat (ουσιαστικό) ελληνικά αίγα < αρχαίο αἴξ (γενική: της αιγός) < αρχαία αἶγα οι καταλήξεις '-γα' και '-γο/ω' προφέρονται ως '-για' και '-γιο/ω' αντιστοίχως για ευφωνία αΐπιν [aibin] blemish, failing, defect, fault, deficiency, flaw, imperfection, vice (ουσιαστικό) eg. έν έσιει αϊπιν! (= είναι αψεγάδιαστος) τουρκικά ayıp (τουρκ.) = ελάττωμα, ψεγάδι, ντροπή, ατίμωση αϊράνι [airani] a traditional yoghurt-based drink made of milk whey (ουσιαστικό) τουρκικά Ayran = βουτυρόγαλα ετυμολογικά είναι γνήσια ελληνική λέξη, από το > αραιώνω < δια του αναγραμματισμού των γραμμάτων ρο και ιώτα, είναι αντιδάνειο ακαμάκκης ακάμωτα [agamoda] countryside, not done (ουσιαστικό) eg. Για να γλιτώσουμε που τους μπάτσους εφκήκαμε που το δρόμο τζαι εβουρούσαμεν μεσ' τα ακάμωτα. ελληνικά α στερητικό + κάμνω ακατάγνωτα [agadagnoda] 1. no kidding (έκφραση) 2. far famed, noted, well known (επίθετο) eg. ακατάγνωτα τζι΄αναγέλαστα ελληνικά κατά + γνώμη ακαταχνωτα [akadahnota] 1. no kidding (έκφραση) 2. far famed, noted, well known (επίθετο) eg. ακατάγνωτα τζι΄αναγέλαστα ελληνικά βλέπε 'ακατάγνωτα' ακκαμμαθκιά [akammathgia] bite (ουσιαστικό) ελληνικά δαγκωματιά, από το ακκάνω (βλ. ακκάνω) ακκανομούττης [akkanomuttis] type of lizard (ουσιαστικό) ελληνικά ακκάνω (δαγκώνω) + μούττη (μύτη) ακκανούρα [akanura] clothes peg (ουσιαστικό) ελληνικά ακκάννω (δαγκώνω) ακκάνω [akkanno] to bite (ρήμα) ελληνικά (δ)ακκάνω < δαγκώνω/δακώνω/δαγκάνω/δαγκάω < δάκνω (αρχ.) άκκι πέττι [aki beti] finally, by force (φράση) τούρκικα akıbeti (τουρκ.) = τελικά, συνέπειες, επακόλουθο, μοίρα άκκοντισιο [acconditio] air condition (ουσιαστικό) eg. Ήρτεν πάλε ο λοαρκασμός μετά που θκυό μήνες άκκοντισιο, παρολίον να πάθω καρδιακό! (Θέκκιου ΑΗΚ!!!) αγγλικά από το air-condition :Ρ Λέγετε τζιε άρκκοντισιον, έρκκοντισιο ακονίζω [agonizo] sharpen, whet (ρήμα) ελληνικά ακονίζω < μεσαιωνική ελληνική ακονίζω < αρχαία ελληνική ἀκονάω < ἀκόνη (σκληρή πέτρα για να κάνεις την κόψη του μαχαιριού) ακονιώ [agonio] sharpen, whet (ρήμα) ελληνικά βλ. ακονίζω ακρολοούμαι [agroloume] 1. eavesdrop, overhear (ρήμα) 2. eavesdrop, overhear (ρήμα) ελληνικά άκρον + λογούμαι = παίρνω λογαριασμό ακρώννουμαι [agronume] abide, obey (ρήμα) ελληνικά ἀκροῶμαι (αρχ. ελλ.) = ακούω άλα [ala] at, versus, on, per (πρόθεση) eg. άλα ούνα, άλα τούε, άλα τρέ = κατά την πρώτη, δεύτερη, τρίτη κτλ. ιταλικά ιταλικό 'alla' αλά [ala] according to, per (πρόθεση) eg. αλά Τούρκα = κατά τα τούρκικα έθιμα αλά κκέφα = κατά το κέφι του, τη διάθεση του γαλλικά από το γαλλικό 'a la' άλας [halas] salt (ουσιαστικό) ελληνικά άλας < (υποκοριστικό) αρχαία ελληνική ἅλας < ἅλς αλέ περέ [hale berre] (φράση) ίσως γαλλικά ίσως γαλλικό αφού allez σημαίνει μετάβαση αλε-ρετού [ale redu] with return (for tickets), return ticket (επίθετο) γαλλικά aller-retour αλευρικό [alevriko] 1. dredge, riddle, screen, sieve for flour (ουσιαστικό) eg. βλέπε 'τατσιά' 2. dredge, riddle, screen, sieve for flour (ουσιαστικό) eg. βλέπε 'αλευρικό' : έσισεν τ' αλεύρι με το αλευρικό' ελληνικά αλεύρι αλιζάβρα [alizavra] lizard (ουσιαστικό) ελληνικά αλισίβα [alisiba] 'lime-water' you get by mixing a small quantity of pure ashes with water. it turns the water to become very 'soft', it nearly 'soaps' by itself...!! used for boiling white linen clothes to cleanse (ουσιαστικό) ιταλικά ιταλικό 'lisciva' με το προθετικό 'α' βλ. αλουσίβα αλίσιη βερίσιη [alishi verishi] commercial dealings, interchange, transaction (φράση που υποκαθιστά ουσιαστικό) eg. με συγγενή φάε, πιέ μα αλίσσι βερίσσι μεν κάμεις...!! τουρκικά alışveriş (τουρκ.) = δούναι λαβείν αλλαξιά [allaxha] new costume, change (ουσιαστικό) ελληνικά αλλάζω αλλάχπελασινούβερσιν ban, imprecation, curse, cursedness, execration, malediction (επιρρηματική φράση) τουρκικά από το τούρκικο:' Allah belasını versin' = ο Αλλάχ άς του δώσει τον μπελά του άλλο λίον [allon leeon] a little bit more (used for time) (φράση) ελληνκά άλλο λίον < μσν. άλλο ολίγον άλλομαι [allome] caper, cavort, jig, dance, frisk, gambol, hop, romp, skip (ρήμα) eg. άλλεται ή έλλεται τ'αμμάτιν μου=πρόληψη ότι κάτι κακό
θα συμβεί ελληνικά ἅλλομαι (αρχ.) = πηδώ, όπως απαντά στον Θεόκριτο, κατά το ετυμολογικό λεξικό της κυπριακής διαλέκτου του κ. Κ. Χατζηιωάννου άλλωσπως [allosbos] differently (επίρρημα) ελληνικά άλλως πως άλοον [aloon] mule (ουσιαστικό) ελληνικά α-λόγον (άλογο ον δλδ. ον χωρίς λογική) Από το άλογον. Στα χωριά της ορεινής Πάφου λένε τα μουλάρια άλοα. αλόου [aloou] hello εγγλέζικα hello (εγγλέζικα) αλουπός [alupos] male fox (ουσιαστικό) eg. 1)ποσιεπάζει σαν τον αλουπό 2)ο αλουπός στον ύπνον του εθώρεν πετεινάρκα (κυπριακή παροιμία) 1)κρυφοκοιτάζει σαν την αλεπού 2)η αλεπού στον ύπνο της έβλεπε κόκορες (χρησιμοποιήτε για τις περιπτώσεις που κάποιος είδε στον ύπνο του κάτι που ήθελε - που ονειρευότανε) ελληνικά < ἀλωπός < ἀλώπηξ (αρχ.) η τροπή του 'ω' σε 'ου' και του 'ου' σε 'ω' είναι απολύτως φυσιολογική στην ελληνική γλώσσα, αυτό έχει γίνει αμέτρητες φορές σε όλες τις διαλέκτους κυρίως κατά τον μεσαίωνα π.χ. Λευκουσία > Λευκωσία (παλιά στην Λευκωσία λατρεύονταν οι λευκές θεότητες εξού και το όνομα αφού η Λευκουσία/Λευκωσία ήτανε σειρήνα στην αρχ. ελλ. μυθολογία, πιθανώς να υπήρχε ναός αφιερωμένος σε αυτήν) αλουποτζοίτης [alubojidis] darnel, jackanapes (ουσιαστικό) ελληνικά αλουπός (αλεπού) + κοίτη αλουσίβα [alusiva] 'lime-water' you get by mixing a small quantity of pure ashes with water. it turns the water to become very 'soft', it nearly 'soaps' by itself...!! used for boiling white linen clothes to cleanse (ουσιαστικό) ιταλικά ιταλικό 'lisciva' με το προθετικό 'α' αλώπως [alobos] maybe, possibly (επίρρημα) ελληνικά λαλώ (λέω) + πως = λαλώπως > αλώπως από ανομοίωση. άμα [ama] 1. but (σύνδεσμος) eg. Εννά 'ρτω αμμά έν τζαι να κάτσω πολλην ώρα. (Θα έρθω αλλά δεν θα μείνω για πολύ) ελληνικά 2. but (σύνδεσμος) eg. Εννά 'ρτω αμμά έν τζαι να κάτσω πολλην ώρα. (Θα έρθω αλλά δεν θα μείνω για πολύ) ελληνικά ελληνικά άμα < αρχ. ἅμα αμάκκωτος [amakodos] non-creased (επίθετο) ελληνικά από το μακκοώ > μακκώννω > μακκωτός > αμάκκωτος με το στερητικό 'α' άμαν [aman] when, if (σύνδεσμος) ελληνικά άμα + αν αμάν [aman] mercy, pity, quarter, forgiveness (ουσιαστικό) τουρκικά τουρκικά 'aman' αμάντα [amanda] calmness, ease, noislessness, oyster, privacy, quiescence, quiescency, quiet, quietness, quietude, stillness (ουσιαστικό) γαλλικά amende (γαλλ.) = πρόστιμο, κατάσχεση, στέρημα αμελέτητα [ameledida] billy goat balls (ουσιαστικό) ελληνικά από το στερητικό 'α'+'μελετώ' = που δεν είναι πρέπον να τα αναφέρει κάποιος με το όνομά τους αμινιάζω [aminiazo] calculate (ρήμα) αμμαθκιάζω [ammathgiazo] put the evil eye (ρήμα) ελληνικά ματιάζω αμματάς [ammadas] large pimple (ουσιαστικό) eg. 'αμματάς' αλλά και 'γαιματάς' από το ότι είναι συνήθως κόκκινο σε χρώμα και όταν 'σπάσει' ή 'ψηθεί' και ανοίξει, βγάζει μεγάλη ποσότητα από αίμα (γαίμα) και πύο. ελληνικά επειδή μοιάζει σαν το 'αμμάτιν' (μάτι, βλ. λ) αμματίζω [ammadizo] vaccinate, inocculate, tree grafting (ρήμα) ελληνικά άμμα (αρχ. = κόμπος, σχοινί) + -ίζω από το αρχαίον 'ὄμμα' > υποκοριστικόν 'ὄμμάτιον' και με τροπή του 'ο' σε 'α' 'Ηράκλειον άμμα' αμμάτιν [ammatin] eye (ουσιαστικό) ελληνικά ὀμμάτιον (αρχ.) υποκοριστικό του ὄμμα = μάτι το 'ο' τράπηκε σε 'α' αμολόητος [amoloidos] penis (ουσιαστικό) ελληνικά Από το ότι δεν είναι πρέπον να το ομολογήσει (μολοήσει) κάποιος αμουρούζα [amorooza] lover (f.), girlfriend (ουσιαστικό) ιταλικά αμουρούζα < ιταλικά amorosa (ερωτευμένη) η λέξη ετυμολογικά έχει περισσότερες πιθανότητες να προέρχεται από τα ιταλικά αλλά η συγκεκριμένη λέξη η οποία υπάρχει και στα ισπανικά και στα καταλανικά (καταλανοί και ισπανοί ήσαν έμποροι, διπλωμάτες, φεουδάρχες, ιερωμένοι αλλά και στρατιώτες στην κύπρο κατά τον μεσαίωνα), δημιουργεί λίγη σύγχυση αφού είναι καταγεγραμμένη από τον Λ. Μαχαιρά προ βενετοκρατίας, πιθανή είναι επίσης η εισαγωγή από την κατάκτηση της κύπρου από τους σταυροφόρους το 1191 μ.Χ. ή λόγω της τότε κατεχόμενης από τους γενοβάτες αμμόχωστο ή από τα ισπανικά φέουδα στην σημερινή επαρχία πάφου αμπάλατος [ambalatos] ignorant, 'pig' (ουσιαστικό) (metaph.) ελληνικά αμπάλατος < αμπάλωτος < αναπάλωτος < αν + απαλωτός < αν + απαλώννω < αν + απαλός (ετυμολογικό λεξικό της Κυπριακής Διαλέκτου του Κ. Χατζηιωάννου) ή αμπάλωτος = αυτός που δεν μπορείς να τόν δικαιολογήσεις, να τόν συγκαλύψεις < α + μπαλώνω (επιδιορθώνω ένα ύφασμα, συνήθως πανί, που έχει σκιστεί ράβωντας εκείνο το σημείο ή προσθέτωντας ένα επιπλέον κομμάτι υφάσματος / μπάλωμα [μεταφορικά] - επιδιωρθώνω κάτι πρόχειρα) < μπαλώνω < μεσαιωνική ελληνική ἐμβαλλώνω < αρχαία ελληνική ἐμβάλλω η αρχική σημασία της λέξης ήταν άστατος και απολίτιστος (ίσως αφού αυτός δεν μπορεί να αλλάξει συμπεριφορά), μετά εμφανίστηκαν όλες οι άλλες σημασίες της, η λέξη αυτή είναι πολύ παλιά και δυστυχώς είναι δύσκολο να ανακαλύψει κανείς πόσο αλλά η πιθανότητά της να βγαίνει από τα αγγλικά είναι σχεδόν μηδενική διότι οι λέξεις που μπήκαν στο λεξιλόγιο των παππούδων μας από τους τότε (και ακόμη) άγγλους κατακτητές ήταν κυρίως από πράγματα καινούρια σε αυτούς επίσης η λέξη 'unbalanced' που πολλοί ισχυρίζονται πως είναι η ρίζα της συγκεκριμένης λέξης δεν έχει απολύτως καμία φωνολογική ή ετυμολογική βάση ως προς το γιατί να είναι η σωστή ετυμολογία, βάση γλωσσολογικών κανόνων τέλος μία κουβέντα με άνθρωπους που έζησαν στις αρχές του 20ου αιώνα (οι οποίοι είναι τώρα νεκροί) θα σας έπειθε γιατί δεν ισχύει η θεωρία του ότι είναι αγγλική αφού η συγκεκριμένη λέξη στην αγγλική γλώσσα χρησιμοποιότανε κυρίως κατά την δεκαετιά του 1900 και έγινε 'στάνταρ' λέξη περί το 1940 και μετά ενώ πριν ήταν πάρα πολύ σπάνια λέξη άμπα τζαι [amba je] do not, maybe (φράση) ελληνικά (ά + μπάς) + τζαι < μπας και < μεσαιωνική ελληνική μήν πᾶς καί αμπελοπούλι [ampelopoulli] blackcap (song-bird) (ουσιαστικό) eg. Ρα Ελεγκού μου, σύρε μιαν τυανιά αμπελοπούλια πάνω. ελληνικά Άμπελος + πουλλίν είδος πουλιού το οποίο είναι απειλούμενο (χάρις των Κυπραίων που με το φάε-φάε εννά τα εξαλήψουμεν), το οποίο γίνεται ξυδάτο ή βραστό ή τηγανιτό παγιδεύεται με την χρήση ξυλόβεργων και δικτυών, στα οποία παγιδεύονται και άλλα είδη πουλιών όπως κουκουβάγιες αν και απαγορεύεται το 'κυνήγι' τους, γίνεται στις αγγλικές βάσεις, όπου η αστυνομία κύπρου δεν έχει την δικαιοδοσία να ενεργεί αμπέτιν μοχαμέτιν