<-- Προηγούμενη σελίδα Εκτύπωση τούντης σελίδας Πίσω στα γουικιπριακά Επόμενη σελίδα -->

κουφέττα wikipriaka.com -- σελ. 9 -- λουβημένος
κουφέττα [gufeta] καραμέλα (ουσιαστικό) κουφή [gufi] φίδι (συνήθως αναφερόμαστε σε οχιά με την χρήση της συγκεκριμένης λέξης) (ουσιαστικό) ελληνικά κωφός (εδώ σημαίνει φίδι, ως γνωστόν τα φίδια στερούνται την αίσθηση της ακοής) κούφος=μεγάλη κουφή κουφοπυρά [gufobira] ζέστη με συννεφιά (ουσιαστικό) ελληνικά κουφό (=μουντό) + πυρά (=ζέστη) κούφος [gufos] πολύ μεγάλο φίδι (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. κουφή κουφός [gufos] κωφός (ουσιαστικό) ελληνικά κωφός κοφίνα [kofina] μπλεχτό μεγάλο καλάθι για μεταφορά γεννημάτων (ουσιαστικό) ελληνικά < κοφίνι < υποκορ. του αρχ. κόφινος κοφινόκωλη [gofinogoli] χοντρή (επίθετο) ελληνικά κοφίνα + κώλος κόφκουμαι [kofkume, gofgume] κουράζομαι πχ. Εκόπηκα που το βάρος που εσήκωσα. Κυπριακή εκδοχή του 'κόβομαι' (τυπική νεοελληνική) Το 'κόβομαι' έχει ρίζες στην αρχαία ελληνική λέξη 'κόπτομαι' (παθητική του κόπτω) - Οι Κύπριοι χρησιμοποιούν την λέξη 'κόφκουμαι' κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά. Σε μεταφορικά πλαίσια, από τις αρχαίες σημασίες του 'κόπτομαι' αυτή που αρμόζει περισσότερο είναι το 'οδύρομαι'. Αυτό οφείλεται στο ότι οι εκφράσεις 'κόφκουμαι' ή 'εκόπηκα' χρησιμοποιούνται ιδιωματικά ώστε να δηλώσουν την επιβάρυνση του σώματος κατά τη διάρκεια ή μετά από μια σωματική δραστηριότητα. κόφτω [kofto] νοιάζομαι, ενδιαφέρομαι πχ. Εν με κόφτει αν αρκήσω να πάω, έχω άλλες δουλειές να κάμω! (αρχ. κόπτω) ενδιαφέρομαι υπερβολικά για κάτι και το υποστηρίζω ή το υπερασπίζομαι με πάθος κοψονούρης [gopsonuris] έξυπνος, ευφυής (επίθετο) ελληνικά κόβω + νους κραμπί [grambi] λάχανο (ουσιαστικό) ελληνικά κράμβη (αρχ. ελλ.) κρεπαρίσκω [grebarisgo] εκρήγνυμαι, προκαλώ έκρηξη (ρήμα) πχ. 'Εκρέπαρεν ο νους μου, αφήστε με να ηρεμήσω' (από φόρουμ), 'Μεν κραπαρίσκεις τα λάστιχα των αυτοκινήτων' ιταλικά βλ. λ. κρεπάρω κρεπάρω [grebaro] εκρήγνυμαι, προκαλώ έκρηξη (ρήμα) πχ. 'Εκρέπαρεν ο νους μου, αφήστε με να ηρεμήσω' (από φόρουμ), 'Μεν κραπαρίσκεις τα λάστιχα των αυτοκινήτων' ιταλικά crepare (ιταλ.) = εκρήγνυμαι, ραγίζω κρέππα κρέπα κριάς [grias] κρέας (ουσιαστικό) ελληνικά κρέας κρίκος [grikkos] γρύλος, ανυψωτικό αυτοκινήτου (ουσιαστικό) πχ. Βάρτο αυτοκίνητο πα στο κρίκο να δούμε πουκάτω. κριντζιαρο κρόδωμα [grodoma] άκρη του δώματος, στέγης (ουσιαστικό) ελληνικά άκρη + δώμα κρολοούμαι [groloume] 1. ωτακουστώ, προσπαθώ να ακούσω (ρήμα) 2. ωτακουστώ, προσπαθώ να ακούσω (ρήμα) ελληνικά βλ. ακρολοούμαι κρομμύδι [crommidi] 1. κρεμμύδι (ουσιαστικό) πχ. Έ παιδίν, τον κρόμμυον θέλω τον ψιλοκομμένο μεσ'τα σουβλάκια μου, α.' 2. κρεμμύδι (ουσιαστικό) ελληνικά από το αρχ. κρόμμυον (βλ. κρόμμυος), παραλαγή του 'κρέμμυδι' κρόμμυος [crommios] 1. κρεμμύδι (ουσιαστικό) πχ. Έ παιδίν, τον κρόμμυον θέλω τον ψιλοκομμένο μεσ'τα σουβλάκια μου, α.' 2. κρεμμύδι (ουσιαστικό) ελληνικά αρσ. χαρακτηρισμός του αρχ. ελλ. κρόμμυον κρόνυχτα [gronihta] στο μέσο της νύχτας (ουσιαστικό) ελληνικά κροσσάρω κρούζω [gruzo] καίω (ρήμα) πχ. έκρουσεν το φαΐ πάλε ελληνικα κρούω (αρχ.) κρυαδίζω [griadhizo] γίνομαι πιο κρύος (ρήμα) ελληνικά κρύο, κρυάδα κρυφαλούπας [grifaloubas] ύπουλος, δόλιος, πονηρός, μπαμπέσης (επίθετο) πχ. πρόσεχε α, τζείνος εν τέλεια κρυφαλούπας, εννα σε προδώσει, λαλώ σου το ελληνικά κρυφός + αλουπός = αλεπού (βλ. λήμμα αλουπός) κρύβεται σαν την αλεπού κρύφκω [grivgo] σιωπώ (ρήμα) ελληνικά κρυφτός [grifdos] σιωπηλός (επίθετο) ελληνικά κρύψε [gribse] σκάσε, σιώπα (προστακτική) ελληνικά κρώνουμαι [gronume] υπακούω, δέχομαι μια συμβουλή (ρήμα) ελληνικά βλ. ακρώννουμαι κτηνό [ktino] κτήνος, γαΐδούρι (ουσιαστικό) συνήθως χρησιμοποιείται για το γαϊδούρι λόγω της μυικής δύναμης που έχουν τα κυπριακά γαϊδούρια ελληνικά κτήνος με ρίψη του τόνου κυπρέικα [gibreiga] κυπριακή διάλεκτος (ουσιαστικό) ελληνικά κυπραίος -ικα κυπρέος [gibreos] κύπριος (ουσιαστικό) ελληνικά κυστίζω [gisdizo] όταν ζηλεύεις και νιώθεις θυμωμένος και άβολα, άμα κάποιος σε έχει 'νικήσει' σε κάτι 'ανταγωνιστηκό', βλ. παράδειγμα (σημείωσις: δέν σημαίνει απαραίτητα πως ζηλεύεις επειδή δέν 'κέρδισες', αλλά επεδή δέν το άξιζε κάποιος, κάποια, ενώ εσύ ναι, δλδ νιώθεις ένα αίσθημα αδικίας, φυσικά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πως το άξιζες) (ρήμα) πχ. -Εκύστησεν όταν άκουσεν πως εγώ έμεινα έγκυος. -Εκύστησεν που την ζήλια του γιατί έδερα τον στο τάβλι. -Κυστήζω όταν χάννω την προαγωγή μου που κάποιαν ή κάποιον που έν έσσιει τα προσόντα μου. ελληνικά < κύστη (οποιοσδήποτε υμενώδης θύλακας του σώματος, όπου συλλέγεται οργανικό υγρό) αφού 'πρήζεσαι' (σαν την κύστη) από τη ζήλια κωλιάζω [goliazo] δειλιάζω, υπαναχωρώ (ρήμα) ελληνικά κώλος κωλολάμπης [kololampis] πυγολαμπίδα (ουσιαστικό) ελληνικά
κώλος + λάμπω κωλοσύρνω [golosirno] τραβώ (ρήμα) ελληνικά κώλος + σύρνω κωλοσφόντζι [colosfonji] κωλόχαρτο (ουσιαστικό) ελληνικα κώλος+σφοντζίζομαι(σκουπίζομαι) κωλοταυρίτης [golodavridis] 1. κάτω μέρος σπονδύλου (ουσιαστικό) πχ. επιάστιν ο κωλοταυρίτης μου 2. κόκκυγας (ουσιαστικό) ελληνικά κωλόφαρδος [golofardos] πολύ τυχερός (επίθετο) ελληνικά κώλος + φαρδύς κωλώννω [golonno] δειλιάζω (ρήμα) ελληνικά κώλος κωρονίδη εξαρτημα του αρώτρου με το οποίο συνδεόταν με το υποζύγιο (των ζώων)Λ λαβέζι [lavezi] χύτρα για βράσιμο (ψήσιμο) φαγητών, μαγείρισσα (ουσιαστικό) λατινικά ή ιταλικά lavare (λατ./ιταλ.) = πλένω, λούνω δέν είναι σίγουρο πότε εισήχθηκε η συγκεκριμένη λέξη στην κυπριακή διάλεκτο, επομένως δέν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε από ποιά γλώσσα την πήραμε λαγκοδέρνουμαι [lagodhernume] σφαδάζω, κτυπώ πάνω - κάτω, (ρήμα) ελληνικά λάγκο + δέρνομαι λαδάκονο [ladhogano] ακονόπετρα (ουσιαστικό) λαζέφκω [lazefgo] πονώ (ρήμα) ελληνικά λάισμαν [laishman] επόπτης γραμμών (ποδόσφαιρο) (ουσιαστικό) αγγλικά linesman (αγγλ.) λακκιρντί [lakkirdi] κουτσομπολιό στη γειτονιά λακκουρτίζω [lakkourtizo] καταβροχθίζω (ρήμα) ελληνικά λάκκος (λόγω του ότι είναι λες και τα ρίχνεις μέσα στον λάκκο=λακκούβα) λακτοκουντούρι λάλλαρος [lallaros] λιοπύρι (ουσιαστικό) ονοματοποίηση Από ονοματοποία από τον ήχο που βγάζει κάνεις μέσ' στο λιοπύρι. Ετυμολογία με βάση το ετυμολογικό λεξικό της Κυπριακής Διαλέκτου, του κ. Κυριάκου Χατζηϊωάννου λαλώ [lalo] λέω (ρήμα) ελληνικά λαλώ < αρχαία ελληνική λαλέω/λαλῶ = μιλώ λαμιντζάνα [laminjana] νταμιτζάνα (ουσιαστικό) γαλλικά < damegiana (ενετ.) < dame-jeanne (προβηγκ. γαλλ.) < damigiana (ιταλική) λάμν (μτφ.) λάμνε [lamne] τράβα, πήγαινε (προστακτική) πχ. λάμνε φύε που δαχαμέ ελληνικά βλ. λάμνω λάμνω [lamno] πηγαίνω, φεύγω (ρήμα) ελληνικά λάμνω < μεσαιωνική ελληνική λάμνω < αρχαία ελληνική ἐλαύνω - το αρχικό άτονο φωνήεν αποβλήθηκε και το σύμπλεγμα υν (vn) τράπηκε σε μν (πρβλ εὔνοστος > ἔμνοστος) λαμπρατζιά [lambradjia] Κυπριακό παραδοσιακό έθιμο, όπου νεαροί μαζεύουν ξύλα την Μεγάλη Εβδομάδα στην αυλή της εκκλησιάς και τα στοιβάζουν κονικά, με ένα ομοίωμα του Ιούδα του Ισκαριώτη πάνω στην κορυφή του κεντρικού ξύλου (κούζαλος). Την ανάβουν το Μεγάλο Σάββατο, μόλις ηχήσουν οι καμπάνες της εκκλησίας κατά την ανάσταση, καίγοντας έτσι τον Ιούδα. Ταυτοχρόνως, ρίχνονται κροτίδες οι οποίες αναπαριστούν τον ήχο που έκανε η γη κατά την ανάσταση του Χριστού. (ουσιαστικό) ελληνικά λαμπρατζιά κανονικά σημαίνει φωτιά βλ. το 1821 εν Λευκωσια Κυπρου του Β. Μιχαηλίδη: 'Σκοτώστε όσους θέλετε, αμμ’ αν να σας-ι βλάψει· το γαίμαν που χονώννετε ’που μας τους δεσποτάες έν λάιν εις την λαμπρακιάν π’ αφταίννει να σας κάψει. λαμπρόν [lambron] φωτιά (ουσιαστικό) πχ. λαμπρόν να σε κάψει (κατάρα) ελληνικά λαμπρό λάντα [landa] λακκούβα με νερό (ουσιαστικό) ιταλικά ιταλικό landa = χερσότοπος, ακαλλιέργητη γη, άγονη γη, βάλτος, έλος χρησιμοποιήτε σπάνια πλέον από του ιταλούς αλλά είναι καταγεγραμμένη σε παλαιά λεξικά λάξιμον [laximon] γαύγισμα (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. λάσσω λαομάνος [laomanos] κανάτα (ουσιαστικό) λαομός [laomos] 1. 2. χαμός, σαματάς, αναστάτωση πχ. ουσιαστικό ελληνικά βλ. λαόννω λαόννουμαι [laonume] τρομάζω, φοβάμαι, ξαφνιάζομαι (ρήμα) ελληνικά βλ. λαόννω λαόννω [laono] τρομάζω φοβερίζω, ξαφνιάζω (ρήμα) ελληνικά ίσως από το λαό (λαγό) λόγω του πόσο εύκολα ξαφνιάζεται και τρέχει φοβισμένος για να ξεφύγει λαός [laos] λαγός (ουσιαστικό) ελληνικά λαγός λάου λάου [lau lau] σιγά σιγά (φράση) λάππη πλεύριμα βουνού/οροπεδίου που οδηγεί προς την ρεματιά 'έπσιαεν την λάππη τζε πάει κατά το ρέμμα, ορηηή!' λαρτίν [lardin] λαρδί (ουσιαστικό) ελληνικά αντιδάνειο λαρτίν (δ>τ) < μεσαιωνική ελληνική λαρδί(ο)ν, υποκοριστικό του (ελληνιστική κοινή) λάρδος < λατινική lardum (=αλατισμένο / παστωμένο κρέας) < αρχαία ελληνική λαρινός (=παχύς, λιπαρός) (αντιδάνειο) λας [las] κόσμος (ουσιαστικό) ελληνικά λας (μσν.) < λαός Λ. Μαχαιράς (15ος αίωνας): τὰ σπιτία τοὺς λᾶς, καὶ ἐποῖκαν κούρση καὶ φόνους πολλούς λασάνιν [lasanin] φυτά βλαστημένα πολύ πυκνά (ουσιαστικό) ελληνικά λάσιος (αρχ.) = πυκνός λασμαρίν [lasmarin] δενδρολίβανο (ουσιαστικό) λάσσω [lasso] γαυγίζω (ρήμα) ελληνικά από το αρχαίο ὑλάσσω/ὑλακτῶ που σημαίνει γαβγίζω ὑλάκτωρ (όνομα κυνηγετικού σκύλου του Ακταίωνος) δλδ. αυτός που γαβγίζει λατζιά [latja] ενδημικό είδος δρυός (βελανιδιάς) της κύπρου θάμνος αλλά μπορεί να φτάσει και το μέγεθος ενός μικρού δέντρου (συνήθως 3-4 μέτρων), αλλά και σπανίως έως και 10 μέτρα! φύεται αποκλειστικά σε πυριγενή πετρώματα σε υψόμετρο
που κυμαίνεται από 400 ως 1800 μέτρα, γι'αυτό η λατζιά παίζει σημαντικό ρόλο στη σταθεροποίση εδαφών και στην αποτροπή της διάβρωσης (ουσιαστικό) ελληνικά λατσιήζουμαι [lachizume] πέφτω κάτω και κτυπώ (ρήμα) ελληνικά λάκκος λατσιήζω [lachizo] ρίχνω κάτω σε λάκκο,γκρεμό (ρήμα) ελληνικά λακκίζω λαφαζανεύκω [lafazanevgo] λέω ψέματα, υπερβολές (ρήμα) τούρκικα βλ. λαφαζάνης λαφαζάνης [lafazanis] 1. 2. φαφλατάς, μιλά με υπερβολές (ουσιαστικό) (μτφ.) πχ. ίντα λαφαζάνης που είσαι, α... 3. φαφλατάς, μιλά με υπερβολές (ουσιαστικό) (μτφ.) πχ. ίντα λαφαζάνης που είσαι α... τούρκικα lafazan (τουρκ.) - φλύαρος, αυτός που καυχιέται, πλάθει ιστορίες λαφαζανιά [lafazania] υπερβολή, εξωπραγματικό γεγονός που παρουσιάζει κάποιος ως πραγματικότητα για να εντυπωσιάσει (ουσιαστικό) τούρκικα βλ. λαφαζάνης λάχανο [lahano] σέσκουλο (ουσιαστικό) ελληνικά λάχανο λάχτα [lahda] φύγε! (προστακτική) ελληνικά λαχτώ [lahdo] σπαρταρώ, κινούμαι (ρήμα) πχ. Στον τόπον π΄αναγιώθηκα τζι ακόμα αναγιώννουμαι, τζι άρκεψα νάκκον να λαχτώ - Η Ανεράδα, Βασίλης Μιχαηλίδης ελληνικά ίσως από το λάκτισμα;; λέβα [leva] λοστός, σιδερολοστός, λοστάρι (ουσιαστικό) ιταλικά < ιταλικό leva = μοχλός λείβκουμαι [livgume] μου λείπει (ρήμα) ελληνικά λείβω (αρχ.) λείβκω [livgo] 1. εξαντλούμαι (ρήμα) 2. λείπω (ρήμα) ελληνικά λείβω (αρχ.) λειψιμιός [libsimyos] λεπτός (επίθετο) ελληνικά λείπω, λείβω (αρχ.) λένγκης [lengis] (επίθετο) λεσβια 1. πχ. http://bloochat.com/lesclub 2. ομοφυλόφυλη (βλ.πούστισσα) πχ. εν αντρέπεται η πούστισσα η λεσβία Σαπφώ , Eλληνίδα λυρική ποιήτρια από τη Λέσβο λέσιη [leshi] 1. λερωμένο (επίθετο) (μτφ.) πχ. Έμπηκεν έσσω με τα πιλά τζιαι έκαμέν μου τα λέσιη(ν)! 2. ψοφίμι (ουσιαστικό) πχ. 'Εππεσεν χαμέ σαν το λέσιη(ν)! 3. αποσύνθεση (ουσιαστικό) (μτφ.) τούρκικα leş = πτώμα, ψοφίμι λιβέρι [liveri] 1. 2. μοχλός (ουσιαστικό) 3. σκύλα (πένσα συγκράτησης) (ουσιαστικό) γαλλικά ή αγγλικά γαλλικό levier = μοχλός πρώτου βαθμού ή αγγλικό lever = μοχλός πρώτου βαθμού λίγκρα [lingra] σκληρό ξύλο (ουσιαστικό) λατινικά ligni (λατ.) = ξύλο λιγκρί [lingri] (ουσιαστικό) λατινικά ligni (λατ.) = ξύλο λίζο [lizo] λουκούμι (ουσιαστικό) λιμάγκρα [limangra] ασθένεια των εντέρων (ουσιαστικό) λιμάντερος [limanderos] αχόρταγος, κακομοίρης, τσιγκούνης (επίθετο) πχ. ....ο ππίσσης, ο λιμάντερος, τούν' το κακόν κακκάτι...!!! (Η αρκοντιά - Δημήτρης Λιπέρτης) ελληνικά ίσως συνδυασμός του λιμός (πολύ μεγάλη πείνα) + άντερο (έντερο) λιμένος [limenos] 1. Διαλυμένος πχ. Έκαμεν τον συμηθκιά. 2. μανιακός (μτφ.) πχ. Εν τέλεια λυμένος τούτος, έν έφυεν που τον υπολογιστή δαμέ τζαι μιαν εφτομάν! 3. λιωμένος (επίθετο) ελληνικά βλ. λίω λιμιστήρα [limisdira] σχοινί, λεπτό (ουσιαστικό) λιμπουρας λίμπουρος [limpouros] μέρμηγκας (ουσιαστικό) πχ. εσιναχτίκασιν οι λίμπουροι πουπάνω που το φαί λινκρίν [lingrin] παιχνίδι φτιαγμένο από ενα κομμάτι ξύλο και δύο πέτρες λιντζάρω [linjaro] Κλέβω κάτι, αποκτώ χωρίς άδεια (ρήμα) πχ. «Εχτές ελίντζαρα έναν ποήλατον» = Χτες έκλεψα ένα ποδήλατο (Το παράδειγμα είναι αποκύημα της φαντασίας του αδερφού του καταχωρητή) αγγλικά leech (αγγ. απομυζώ) + ρηματική κατάληξη -άρω Αργκό νεολαίας λίξης [lixis] λιγούρης (επίθετο) λιξιά [lixia] λιχουδιές (ουσιαστικό) λιξιόν [lixon] γλυκά εδέσματα (ουσιαστικό) λιουρικό γεωργικό εργαλείο που χρησιμοποιούσαν οι γεωργοί για να συνδέσουν το άρωτρον με το υποζύγιο το οποίο έσερνε τα ζώα λιτή [lidi] λιτανεία, λειτουργία της αγάπης την κυριακή του πάσχα (ουσιαστικό) ελληνικά λιτή λίω [lio] λιώνω (ρήμα) ελληνικά λειῶ (μεταγεν. ελλ.) λλίος [llios] λίγος, όχι τόσο έξυπνος (επίθετο) ελληνικά λίγος λλιοψυσσιώ [lliopsishio] ανυπομονώ, πνίγομαι, βαριανασαίνω (ρήμα) πχ. 'εν ολόκλειστα δαμέσα, λλιοψυσσιώ, πάμεν να φύουμεν' 'πόσιν ώραν να τον καρτερώ, ελλιοψύσιησα' ελληνικά λλίη+ψυσσιή (λίγη+ ψυχή) λογιάζουμαι [loyiazume] λογοδίνομαι σε αραβώνα (ρήμα) ελληνικά λόγος λογιάζω [loyazo] λογοδίνω κάποιον σε αραβώνα (ρήμα) ελληνικά λόγος λογιασμένος [loyiasmenos] λογοδοσμένος, αρραβωνιασμένος (επίθετο) ελληνικά λόγος λόος [loos] λόγος, τιμή (ουσιαστικό) ελληνικά λόγος λόττα [lota] 1. γουρούνα (ουσιαστικό) πχ. Κανεί φαΐν σιόρ, εγίνηκες λόττα! 2. χοντρή (ουσιαστικό) (μτφ.) ίσως από το γαλλικό lourd το οποίο σημαίνει βαρύς και με προσθήκη του τελικού -α για να ελληνοποιηθεί και με αντικατάσταση του 'r' σε 'τ' και προφορά του 'ou' ως 'ο'??? λόττος = χοντρός λουβάνα [luvana] φάβα (ουσιαστικό) λουβημένος [luvimenos] θρυμματισμένος (επίθετο) ελληνικά βλ. λουβώ