<-- Προηγούμενη σελίδα Εκτύπωση τούντης σελίδας Πίσω στα γουικιπριακά Επόμενη σελίδα -->

διχάλι wikipriaka.com -- σελ. 5 -- θερνάτζι
διχάλι [dhihali] δρόμος που χωρίζει σε 2 (υ) (ουσιαστικό) πχ. <<Που διχάλιν να πάεις ζαβρά>>. ελληνικά διχάλι (αρχ.) = εργαλείο με δύο χηλές, δόντια διχάλι < αρχ. επίθ. δίχαλος < δίχηλος < δις + χηλή (= οπλή ίππου) δκιαβαίννω [dhgavenno] διαβαίνω (ρήμα) ελληνικά διαβαίνω δκιαβαστερή [thkiavasteri] 1. 2. αυτή, αυτός που διαβάζει υπερβολικά.. (επίθετο) (μτφ.) 3. σπασίκλας, μελετηρός (ουσιαστικό) (μτφ.) ελληνικά δκιαβάζω (διαβάζω) + -ερή δκιακλίζω [dhgiaglizo] ξεπλένω (ρήμα) πχ. δκιάκλισε τα φεντζάνια ελληνικά διακλύζω (αρχ.) = αποπλύνω, ξεπλένω, καθαρίζω δκιακλώ [dhgiaglo] ξεπλένω (ρήμα) πχ. δκιάκλισε τα φεντζάνια ελληνικά βλ. δκιακλίζω δκιακονήτης [dhgiagonidis] ζητιάνος (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. δκιακονώ δκιακονώ [dhgiagono] ζητιανεύω (ρήμα) ελληνικά διακονώ < αρχαία ελληνική διακονέω / διακονῶ = υπηρετώ δκιαλοΐζουμαι [dhgialoizume] διαλογίζομαι, συλλογίζομαι (ρήμα) ελληνικά διαλογίζομαι δκιαολίζουμαι [thkiaolizoomeh] νευριάζω (ρήμα) ελληνικά δκιάολος (διάβολος) -ουμαι δκιάολος [dhgiaolos] διάβολος (ουσιαστικό) ελληνικά διάβολος < αρχαία ελληνική διάβολος < διαβάλλω < διά + βάλλω δκιολί δουκάνη [dhugani] εργαλείο για λιάνισμα των δημητριακών (ουσιαστικό) ελληνικά τυκάνη (αρχ. ελλ.) δουλάππι [dhulapi] εργαλείο για το τύλιγμα του μαλλιού (ουσιαστικό) δράκα δρέφω [dhrefo] θρέφω, επουλώνω (ρήμα) ελληνικά θρέφω λαρνακιώτικο ιδίωμα δρόπης [dropis] γατόφιδο (ουσιαστικό) ελληνικά ίσως από το αρχ. ὑδρόφις > δρόπης αλλιώς πατσάλα ο χρωματισμός και το μοτίβο της, είναι παρόμοιο με αυτό της οχιάς, έτσι μπορεί να προστατευτεί από τους θηρευτές της ζει σε βραχότοπους, με χαμηλή βλάστηση και νερό, μπορεί να κολυμπά αλλά ΔΕΝ είναι νερόφιδο και ΔΕΝ ζει μέσα σε νερό, αν και δεν φέρει δηλητήριο, δαγκώνει πολύ δυνατά σε περίπτωση που νιώσει πως απειλήται δρούππα [dhrupa] είδος ελιάς (ουσιαστικό) ελληνικά δρούππα < μεταγν. ελλ. δρύππα < δρυπεπής (ελιά) δρώμα [dhroma] ιδρώτας (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. δρώννω δρώννω [dhronno] ιδρώνω (ρήμα) ελληνικά ιδρώνω < αρχ. ἱδρῶ δυνάμενος [dhinamenos] δυνατός (επίθετο) ελληνικά ο έχων δύναμη δυσπιρκώ [dhisbirgo] απελπίζομαι (ρήμα) ιταλικά ή ελληνικά disperare (ιταλ.) < desperare (λατ.) = απελπίζομαι δυσσιά Το σιδερένιο αντικείμενο που μπλοκάρει τον ποταμό. δώκε παμόν [thoge bamon] σταμάτα, δώσε ησυχία (φράση) πχ. Δώκε παμόν, ρα! Τζαι έν αντέχω άλλο τούτα τα τάκκα-τούκκου. ελληνικά; μόνο το δώκε(=δώσε) καταλαβαίνουμε νομίζω: παμός < αναπαμός < αναπαυμός < ανάπαυση (ανά + παύση) δώκε παμόν = κάνε παύση παφίτικο ιδίωμα δώμα [dhoma] χωμάτινη στέγη, ταράτσα (ουσιαστικό) ελληνικά δῶμα (αρχ.)Ε έ το [e do] Να το, κοίτα να δεις πώς έχει, ορίστε πχ. «Έτο, είπα του μια κουβέντα, είπε μου τζαι τζείνος τζαι τελικά επαρεξηγηθήκαμεν»· «Έτο, έφερα σου το.» ελληνικά ε (επιφώνημα) + το (δεικτική αντωνυμία) ή παραφθορά του δε (προστακτική του “βλέπω”) + το Ετυμολογία ασαφής εβούραν έγινα πιρπινι εγιώνη [eyioni] εγώ (αντωνυμία) ελληνικά εγώ λέγεται κυρίως στα κοκκινοχώρια εϊβα [eiva] εις υγείαν, εβίβα (επιφώνημα) πχ. Εΐβα κοπέλλια! Επίσης αναφωνείται και ως εΐβαλλα ιταλικά evviva (ιταλ.) ειδεκανού [idheganu] ειδεμή, ειδαλλιώς (επίρρημα) ελληνικά ειδέ καν ου ελιτζιά [elidjia] ηλικία (ουσιαστικό) ελληνικά ελικιά < ηλικία με την διατήρηση της αρχαίας προφοράς του 'η' ως 'ε' και την χρήση του 'τζ' αντί 'κ' η συγκεκριμένη λέξη δε χρησιμοποιήτε πλέον, είναι λέξη της παλαιάς κυπριακής διαλέκτου, απαντάται μόνο σε δημοτικά τραγούδια ελιώνας [elionas] ελεώνας (ουσιαστικό) ελληνικά ελεώνας έλλομαι [ellome] χοροπηδώ (ρήμα) πχ. άλλεται ή έλλεται τ'αμμάτιν μου=πρόληψη ότι κάτι κακό θα συμβεί ελληνικά βλ. άλλομαι εμπάτης έν [en] δεν (επίρρημα) ελληνικά οὐδέν (αρχ.) > δέν > έν εν [en] είναι (επίρρημα) ελληνικά από το αρχαίο ελλ. ἔν(ι) = είναι ένι [eni] είναι (ρήμα) ελληνικά πιθανώς από το αρχαίο ελληνικό ἔνι (εν συντομία ἐν) < ἔνειμι < ἐν + εἰμί (είμαι) ενιγουέϊ [anygway] τέλοσπάντων (επίρρημα) πχ. 'Ένιγουεϊ ρε κουμπάρε, άεις το τούντο θέμα γιατί εννά νυχτώσουμε'. αγγλικά anyway (αγγλ.) εννά [enna] θα ελληνικά θέλω να > θελ'να > θε να > εν να ή εν (είναι) + να έννεν [ennen] δεν είναι (επίρρημα) ελληνικά δεν εν (=είναι) έντζαι [enje] δεν (επίρρημα) πχ. 'όι μα εγώ έν τζαι...' ελληνικά δεν + τζαι (και) εξίκκι [exiki] λοιποβαρές, πχ. κάποιος είναι εξίκκι όταν τα μυαλά του δεν τα έχει 400-δράμια- είναι δηλαδή ελαφρός...!! τούρκικα eksik (τούρκ.) = ελλιπής, ελαττωματικός εξίκκο σου [exikko sou] 1. Επιφώνημα αγανάκτησης. (επιφώνημα) (μτφ.) 2. δεν αξίζει (φράση) πχ. Εξίκκο σου! Έν ξαναπάω μαζί σας στο μπαρ. Χρησιμοποιείται σαν ένδειξη αγανάκτησης. τούρκικα ή ελληνικά eksik olsun (τουρκ.) = να υπολείπεται ή από το εξ + οἶκου σου (δλδ. εκτός του οίκου σου) επιασεν τον νουρον του εσιέκκης [eshekis] γάϊδαρος (ουσιαστικό) τουρκικά eşek (τουρκ.) = γάϊδαρος εσιέκκιπι [eshekkipi] με το έτσι
θέλω πχ. 'θέλω να φκάλω άδεια με το εσιέκκιπι' τουρκική eşek ( γαιδούρι ) gibi ( σαν ) = σαν το γαιδούρι τα κυπριακά γαϊδούρια είναι πολύ ρωμαλέα, αλλά όσο είναι ρομαλέα τόσο είναι και ιδιότροπα και ανυπάκοα (από εκεί βγαίνει και η φράση 'κυπραίικο γαϊδούρι' που χρησιμοποιήτε στην ελλάδα για κάποιον που είναι πάρα πολυ ιδιότροπος και ανυπάκουος, αφού παλαιά εξάγαμε τα κυπραίικα γαϊδούρια στην ελλάδα και σε λοιπές ευρωπαϊκές χώρες λόγω της δύναμής τους) εσιέξιξι [eshiexixi] 1. Επιφώνημα αγανάκτησης. (επιφώνημα) (μτφ.) 2. δεν αξίζει (φράση) πχ. Εξίκκο σου! Έν ξαναπάω μαζί σας στο μπαρ. Χρησιμοποιείται σαν ένδειξη αγανάκτησης. τούρκικα eşek (γαΐδαρος) + sikmek (γαμώ) eşek siksin εσού [esu] εσύ (προσωπική αντωνυμία) ελληνικά Η πανάρχαια προφορά του Υψηλον σαν ΟΥ διατηρήθηκε έσσω [esso] μέσα, σπιτικό (ουσ.) (επίρρημα) πχ. Έλα έσσω μου να δούμε τη μάππα. (έλα σπίτι μου να δούμε το ποδόσφαιρο) ελληνικά έσω (αρχ.) εστρατζισεν έτο [edo] Να το, κοίτα να δεις πώς έχει, ορίστε (ρηματικός τύπος) πχ. έτο τζιαμαί, είδες το; έτο που εν που βαρκέσαι, όι ιμίς εν ηξέρεις να το κάμεις! έτα ούλλα τζιαμαί! ελληνικά ε (επιφώνημα) + το (δεικτική αντωνυμία) ή παραφθορά του δε (προστακτική του “βλέπω”) + το Ετυμολογία ασαφής έτσι [etsi] τέτοιος α ο οι εις α, αυτός η ο οι ες α (δεικτική αντωνυμία) πχ. 'Ποιος είπεν έτσι πράμα;' Ποιος είπε τέτοιο/αυτό το πράγμα; ελληνικά σημασιολογική μεταβολή του επιρρήματος 'έτσι' εχούμενος [ehoumenos] αυτός που έχει χρήματα, περιουσία, πλούσιος (επίθετο) ελληνικά από το έχω εψές [epses] χθές βράδυ (επίρρημα) ελληνικά εψές < μσν. ὀψές = χθές < αρχ. ὀψέ = αργά την νύχτα μέσω τροπής το 'ο' έγινε 'ε'Ζ ζάβαλλε ζάβαλλι [zavalli] ταλαιπωρία, δυστυχία (ουσιαστικό) τούρκικα zavallı (τουρκ.) = δυστυχής ζαβός [zavos] στραβός (επίθετο) αραβικά زاوية (zawiyah) = γωνία, γωνιά ζαβώννω [zavonno] στραβώνω (ρήμα) αραβικά βλ. ζαβός ζαλατίνα [zaladina] χοιρινό ζελέ με χυμό από νεράντζια (ουσιαστικό) γαλλικά gelatin (γαλλ.) ζάμπα [zamba] γάμπα, μπούτι (ουσιαστικό) γαλλικά από το γαλλικό jambe = μπούτι < λατινική gamba < αρχ. ελλ. κάμπη (δωρικά κάμπα) - αντιδάνειο ζαοζυνισιάζω [zaozinishazo] στραβώνει το σβέρκο μου (ρήμα) σύνθετη ζαβός (=στραβός βλ. λ) + ζυνίσιην (=σβέρκο βλ. λ) ζαομουνταρισμένος ζαομούτσουνος ζαοπόας [zaoboas] στραβοπόδης, κάποιος που έχει ορθοπεδική πάθηση στα πόδια και βλέπουν έξω ή μέσα (επίθετο) πχ. 'Ε βλάκα μα πού εσιούτταρες; Είσαι τίποτε ζαοπόας;' ελληνικά ζαός (βλ. λ. ζαβός) + πόιν (βλ. λ) ζαπτιές [zabdies] αστυνομικός, αγροφύλακας (ουσιαστικό) τούρκικα zabıta (τουρκ.) = αστυνομία ή zaptıé (τουρκ.) = χωροφυλακή < zapt (τουρκ.) = κατάκτηση ζαρβά [zarva] αριστερά (επίθετο) ζάρτυλος ζαττίν [zatin] στην πράξη, στην πραγματικότητα (επίρρημα) πχ. ζαττίν έπρισες μας τα τούρκικα zaten (τουρκ.) = στην πραγματικότητα, πάντως ζαφτιές [zafdies] αστυνομικός, αγροφύλακας (ουσιαστικό) τούρκικα zabıta (τουρκ.) = αστυνομία ή zaptıé (τουρκ.) = χωροφυλακή < zapt (τουρκ.) = κατάκτηση ζάφτιν [zafdin] ευταξία (ουσιαστικό) πχ. Όι ρε ίντα κοπελλούδκια έσιει τούτος! εν τους κάμνει 'ζάφτιν' με τίποτε... Εν φοούνται με θεούς με δαίμονες!! τουρκικά zapt (τουρκ.) = κατάκτηση ζαώννω [zaonno] στραβώνω (ρήμα) βλ. ζαβός ζεβρέττα [zevreta] πετσέτα (συνήθως χεριών) (ουσιαστικό) γαλλικά serviette (γαλλ.) = πετσέτα ζεμπίλι [zembili] μπλεχτό καλάθι (ουσιαστικό) τουρκικά zembil (τουρκ.) = woven basket, μπλεχτό καλάθι ζευκάριν [zefgarin] 1. ζευγάρι (ουσιαστικό) πχ. εννα πάρει τα βούθκια να κάμει ζευκάριν 2. άροτρο μαζι με τα βόδια ή μουλάρια (ουσιαστικό) (μτφ.) ελληνικά ζευγάρι ζεφκάρι [zevgari] ζευγάρι (συνήθως από βώδια που έσερναν το άρωτρο για το όργωμα) (ουσιαστικό) ελληνικά ζευγάρι ζιαφέττιν [ziafetin] συμπόσιο (ουσιαστικό) τουρκικά ziyafet (τουρκ.) = συμπόσιο ζιβάνα [zivana] 1. παραδοσιακό κυπριακό αλκοολούχο ποτό, παρόμοιο με την ρακή (ουσιαστικό) 2. παραδοσιακό κυπριακό αλκοολούχο ποτό, παρόμοιο με την ρακή (ουσιαστικό) ελληνικά από τα ζίβανα (στέμφυλα) ζίβανα [zivana] στέμφυλα (ουσιαστικό) ελληνικά ζιβανία [zivania] 1. παραδοσιακό κυπριακό αλκοολούχο ποτό, παρόμοιο με την ρακή (ουσιαστικό) 2. παραδοσιακό κυπριακό αλκοολούχο ποτό, παρόμοιο με την ρακή (ουσιαστικό) ελληνικά ζίζιρος [ziziros] 1. επιπόλαιος άνθρωπος (μτφ.) 2. τζίτζικας (ουσιαστικό) πχ. επέλανεν μας τζείνος ο ζίζιρος ονοματοποίηση από τον ήχο που κάνει ο τζίτζικας 'ζι-ζι' ζιζύμπριν [zizimbrin] αρωματικό φυτό (ουσιαστικό) ελληνικά από το αρχαίον 'σισύμβριον' και με επίδραση του γαλλικού 'gingibre' (gingibre (π. γαλλ.) < gingiber (μ. λατ.) < zinziberi (λατ.) < ζιγγίβερις (αρχ. ελλ.) ζίλικουρτι [ziligurdi] 1. φκάλε ζίλικουρτι = σκασμός (μτφ.) 2. είναι βαρειά αρρώστια κατά την οποία πρίζεται όλο το σώμα (ουσιαστικό) ζιννάπιν [zinnapin] διχαλωτό κόκκαλο του στήθους των πουλιών καθώς και το στοίχημα του 'γιάντες' (ουσιαστικό) ελληνικά ζίφφος [ziffos] αποτυχώς,
ανώφελα (επίρρημα) ζόλος [zolos] μπόχα, δυσοσμία (ουσιαστικό) ζολώ [zolo] βρωμώ (ρήμα) ζοντάκρα [zondagra] τανάλια (ουσιαστικό) ελληνικά από το αρχαίον 'δοντάγρα' το δι έγινε ζ όπως το διαβολιά > ζαβολιά ή του ζουλώ < ζουλίζω < διυλίζω ζόππος [zoppos] 1. αδέξιος (επίθετο) 2. βλάκας (επίθετο) (μτφ.) ιταλικά zoppo = κουτσός ζορλής [zorlis] δύσκολος, πείσμονας (επίθετο) τουρκικά από το τουρκικό 'zorlu' ζούρα [zura] ακαθαρσία (ουσιαστικό) ιταλικά usura (ιταλ.) = τοκογλυφία ζουρός [zouros] μεικτός (επίθετο) ελληνικά ζουρτευκω παχαίνω ζοφφός [zoffos] θαμπός (ουσιαστικό) πχ. εν ζοφφά τα τζάμια τζαι έν θωρώ ίντα μπου γίνεται έξω ελληνικά σομφός (αρχ.) = πορώδης > ζοφφός με αφομοίωση του 'μ' με το 'φ' και τροπή του 'σ' σε 'ζ' χάριν ευφωνίας ζυνίσιην [zinishin] σβέρκο (ουσιαστικό) πχ. Έκρουσεν το ζυνίσιην μου που τον ήλιο. Έχει καεί το σβέρκο μου από τον ήλιο. ελληνικά < ζνίχι < μεσαιωνική ελληνική ζινίχιον < αρχαία ελληνική ζεύγνυμι είναι λέξη της παλεάς δημοτικής 'Στὸ ζνίχι κι ὁ Δυσσέας χτυπάει, κατὰ τ' αὐτὶ ἀποκάτου' -Ομήρου Οδύσσεια [μετάφραση Εφταλιώτη] σ.96 ζώδκια φάντασμα ζώθκιο [zothkio] ζώδιο, φάντασμα ελληνικά ζώδιο ζώστρα [zostra] μάλλινη λωρίδα την οποία περνούσαν γύρω από το πάνω μέρος της βράκας (ουσιαστικό) ελληνικά ζώστρα ή ζωνάριν < αρχ. ζῶστρα < αρχ. ζωστήρ Ήταν μια λωρίδα μάλλινη, συνήθως χρώματος μαύρου με ρίγες κόκκινες στην άκρια, πλάτος περίπου είκοσι (20) πόντους και μάκρος 8-10 πόδια με υφαντό κλώσι στις στενές άκριες και την τύλιγαν γύρω από τη μέση, για να σκεπάζονται τα κορδόνια και οι σούρες από τη 'βρακοθηλιά', αλλά και για καλή εμφάνιση. Τις παλαιότερες εποχές όταν κάποιος άφηνε τη ζώστρα του να σέρνεται, θεωρείτο ένδειξη ότι προκαλούσε σε καυγά. Εξίσου και η φράση 'έσυρεν την ζώστραν του τούτος' που σημαίνει ότι είναι έτοιμος για καυγά. Αν ο άλλος δεχόταν την πρόκληση έλεγε σε εκείνον που προκαλούσε: 'πκιάσε πάνω στην ζώστρα σου'. Στο ζωνάρι ή ζώστρα έδεναν πλεκτό 'πουντζίν' (πουγκί – πορτοφόλι) ή έκρυβαν αγοραστό πουγκί, όπως και το μαχαίρι τους (τσιακκούδιν). Το χρώμα μαύρο, ήταν το πιο συνηθισμένο επί τουρκοκρατίας, διότι δεν επιτρεπόταν στους ραγιάδες η χρήση διαφόρων χρωμάτων, διότι η χρήση χρωμάτων  ήταν σύμβολα κοινωνικών τάξεων ή και αξιωμάτων. Ωστόσο η ζώστρα μπορούσε να είναι σε αρκετές περιπτώσεις κόκκινη ή και άλλων χρωμάτων.Η ήθεν [ethen] ήταν να, θα είχε (επίρρημα) πχ. 'Αν ήταν η αζούλα πούζα, είθε να πουζιάσει ούλος ο κόσμος' (κυπριακή παροιμία) βλ. πούζα, βλ. αζούλα 'Αν ήταν η ζήλια κήλη, θα είχε κήλη όλος ο κόσμος' ελληνικά από το αρχ. εἴθε = μακάρι, άμποτε ήθεν ή ήθε, λέγονται και τα δύο, η προσθήκη του τελικού 'ν' στην συγκεκριμένη λέξη παρατηρείται μόνο στην καρπασία το σωστό είναι να γράφεται είθε ήλατος [eelatos] δρόμος για ζώα (ουσιαστικό) ελληνικά αρχ. ήλατος < ἐλαύνω ηλιακός [iliagos] μπαλκόνι, χώρος λιαζόμενος (ουσιαστικό) ελληνικά μεσν. ἡλιακός < αρχ. επιθ. ἡλιακός ηλιόκαμμαν [eeliokamma] το απόγευμα του μάη (ουσιαστικό) ελληνικά ήλιος + κάμμαν (κάψιμο) ηξευρία [iksevria] γνώση, νόηση, αντίληψη (ουσιαστικό) ελληνικά < αρχ. ἢξευρα = ήξερα < αρχ. ἐξεῦρον ήουν [iun] δηλαδή (επίρρημα) ελληνικά ητζιού [iju] σαν ήτζου [iju] έτσι (επίρρημα) ήτουν [itoun] ήταν (ρημματικός τύπος) ελληνικά ήτανΘ θάλαμος [thalamos] καταψύχτης (ουσιαστικό) πχ. Βάλε τες ΚΕΟ μεσ΄τον θάλαμο ρε γιατί η μπύρα πίνετε τσακρί! ελληνικά θάλαμος (αίθουσα) καταψύξεως θάμμαν [thamman] θαύμα (ουσιαστικό) ελληνικά Θαύμαν -> υμ -> μμ -> θάμμαν ιδίωμα θαρκούμαι [thargume] νομίζω, υποθέτω, έχω τη γνώμη (ρήμα) πχ. Θαρκούμαι πως έπιαν μας στο περιπαίξιμον ο Κόκος. ελληνικά θαρρούμαι < αρχ. θαρρῶ = νομίζω, υποθέτω, έχω τη γνώμη θάφκω [thafgo] θάβω (ρήμα) ελληνικά θάβω θεγιέ [theye] θεέ (ουσιαστικό) πχ. Θεγιέ μου! (My god!) ελληνικά θέκκιου [thekwiu] ευχαριστώ (επιφώνημα) πχ. -Δώκε μου το μολύβιν... -Έλα το... -Θέκκιουυυυ!!! (μακρόσυρτο συνήθως για τον τονισμό της ευχαρίστησης) αγγλικά thank you (αγγλ.) θέμας [themas] επίσης, μάλιστα (βλ. παράδειγμα) (επίρρημα) πχ. έν κανεί που του έδωκα τζείνα που έθελεν, εζήτησεν μου τζαι τα ρέστα, θέμας δεν φτάνει που του έδωσα εκείνα που ήθελε, μου ζήτησε και τα ρέστα, μάλιστα ελληνικά θέμας < κάνω (κάτι) θέμα = δίνω μεγάλες διαστάσεις σε κάτι (για να τονίσω το τι έχει συμβεί) θερκό [thergo] ενδημικό υπόειδος φιδιού, πολύ συνηθισμένο στην κύπρο, πολύ μεγάλο σε μέγεθος (φτάνει εώς τα 3 μέτρα), μαύρο και μη δηλητηριώδες, το οποίο χρησιμοποιεί την ουρά του ως μαστίγιο αν νιώσει πως απειλείται (ουσιαστικό) ελληνικά < θεριό (θηρίο) λόγω του μεγάλου μεγέθους του γνωστό και ως περβολάρης (επειδή βρίσκετε συνήθως σε περιβόλια) και φιλικό φίδι θερνάτζι [thernaji] 5-δοντο ξύλινο φτυάρι για ανέμισμα στο αλώνι (ουσιαστικό)