<-- Προηγούμενη σελίδα Εκτύπωση τούντης σελίδας Πίσω στα γουικιπριακά Επόμενη σελίδα -->

αρπουλάρω wikipriaka.com -- σελ. 3 -- βούρκα
αρπουλάρω [arpoularo] 1. κτυπώ (ρήμα) πχ. Φακκώ γυρούς Φάκκα της μούγιας να ψοφίσει γιατί έπρηξεν μας τα 2. κτυπώ (ρήμα) αρρώννω [arronno] θυμώνω (ρήμα) ονοματοποίηση από τον ήχο που κάνει ένας σκύλος όταν θυμώνει ... αρρρρρρ... αρσανιάζω [arsaniazo] γρατσουνίζω (ρήμα) αρσέρα [arsera] φωταγωγός - σκοπός του είναι η έξοδος του ζεστού αέρα το καλοκαίρι (ουσιαστικό) ελληνικά αρσέρα < αρσαέρας < άρση + αέρας το παράθυρο από το οποίο φεύγει ο ζεστός αέρας το καλοκαίρι αρτζιάκκης [arjakis] αυτός που έχει μεγάλα αρχίδια, αρχιδάς (επίθετο) ελληνικά βλ. αρτζιήν αρτζιήν [arjin] αρχίδι (ουσιαστικό) ελληνικά αρχίδιν > αρτζίδιν > αρτζιήν αρτζιομάντρι [arjiomandri] βρακί (ουσιαστικό) ελληνικά αρτζιο-(αρχίδο-) + μάντρι(=μάντρα) πάφος στάυλ αρτίζω [artizo] αλατοπιπερώννω (ρήμα) αρτιρώ [ardiro] περισσεύω, προσφέρω περισσότερα σε μια δημοπρασία (ρήμα) τούρκικα artmak αρτσιομάντρι αρτυσιά [ardisha] κύμινο (ουσιαστικό) ελληνικά από ρήμα αρτύω αρφάλιν [arfalin] ομφαλός, αφαλός (ουσιαστικό) πχ. έππεσεν τ’αρφάλι μου= πεινάω πάρα πολύ αρφάς [arfas] 1. αμόρφωτος, αγράμματος (επίθετο) (μτφ.) 2. αυτός που εντάσσεται στην Εθνική Φρουρά τον Ιανουάριο (ουσιαστικό) ελληνικά Α' σειρά > αλφάς > αρφάς αρφός [arfos] αδελφός (ουσιαστικό) ελληνικά αδερφός αρφότεκνος [arfodegnos] 1. ανιψιός (ουσιαστικό) 2. ανιψιός (Το παιδί του αδελφού μου) (ουσιαστικό) ελληνικά Αρφός (αδελφός) + τέκνος αρωτώ [arodo] ρωτώ (ρήμα) ελληνικά ρωτώ άσγαρτι [asyardi] παρ΄ολίγον (επιρρηματική φράση) τουρκικά βλ. άσκαρτι ασιελιά [ashelia] διασκελισμός (ουσιαστικό) ελληνικά σκέλος, ασκελιά άσιεντρα είδος φιδιού το οποίο δεν δαγκώνει άσιερον [asheron] άχυρο (ουσιαστικό) ελληνικά Άχυρο χ+υ -> σιε άσιλα πραγματικά, αυθεντικά, εντελώς, απολύτως (επίρρημα) πχ. Ξέρω και άλλες πολλές λεξεις, είμαι άσιλα Κυπραίος άσκαρτι [asgardi] λίγο έμεινε, λίγο έλειψε, παρ΄ ολίγον (επιρρηματική φράση) τουρκικά από την τουρκική φράση 'az kaldı' = 'λίγο έμεινε' ασκοπώ [asgobo] γυρεύω, παρατηρώ, εξετάζω με προσοχή (ρήμα) ελληνικά < αρχαία ελληνική σκοπέω/σκοπῶ = κοιτάζω προς, παρατηρώ, εξετάζω, προσέχω, αγρυπνώ, ερευνώ άσκοσσου [asgosu] μπράβο σου ή μπράβο του τούρκικα aşk olsun (τουρκ.) άσκοτου [asgodu] μπράβο σου ή μπράβο του τούρκικα aşk olsun (τουρκ.) ασσιελλιά [ashelia] δρασκελιά (ουσιαστικό) ελληνικά δρασκελιά άσσιοιλε [ashoile] α! μπράβο, τι ωραία (επιφώνημα) τούρκικα ha şöyle (τουρκ.) ασσιχτίρ [assihdir] άει γαμήσου (επιφώνημα) τούρκικα siktir (τουρκ.) = άει γαμίσου ασσιχτιρίζω [assihdirizo] διώχνω κάποιον, την ίδια στιγμή βρίζοντας τον (ρήμα) τούρκικα βλ. ασσιχτίρ αστοσσιά [asdosha] αποτυχία, ειδικώτερα στη γεωργία (ουσιαστικό) ελληνικά από το αρχαίο 'αστοχία' = αποτυχία αστροφεντζιά [asdrofenjia] ξαστεριά (ουσιαστικό) ελληνικά άστρο + φέγγω άτζαπας [ajabas] μήπως (επίρρημα) άτζαπις [ajabis] μήπως (επίρρημα) βλ. άτζαπας ατζία [ajia] κρούστα του ψωμιού, η μυτερή άκρη στο καρβέλι ψωμιού (ουσιαστικό) ελληνικά ακίδα (ελλ.) = άκρη ατζιαμής [ajamis] αδέξιος (ουσιαστικό) πχ. επίρρημα: 'ατζιαμίστικα' = αδέξια τούρκικα από το τουρκικό 'acemi' ατζιαμίνα [ajamina] αδέξια (ουσιαστικό) τούρκικα βλ. ατζιαμής ατζιαμίστικα [ajamisdiga] αδέξια (επίρρημα) τούρκικα βλ. ατζιαμής ατσουπάς άτακτος, ενοχλητικός αφάτσιητος [afachidos] ακτύπητος, άπειρος από τη ζωή (επίθετο) αφέλια [afelia] κυπρ. πιάτο (ουσιαστικό) ελληνικά Μικρά κομμάτια χοιρινού κρέατος τσιγαρισμένα και σβησμένα με κόκκινο ξηρό κρασί και κόλιαντρο. Συνήθως συνοδεύονται με πουρκούρι (πλιγούρι). Στην αρχαία Ελληνική λεγόντουσαν οβέλια = αβέλια δηλαδή σουβλάκια. αφήτις [afidis] αφότου, αφού (χρονικό επίρρημα) ελληνικά από το αρχαίο: 'αφ΄ ής τις' = αφήστις και κατά παράλειψη του 'σ' αφκότσουλλον [afkotsoullon] τσόφλι του αυγού (ουσιαστικό) ελληνικά αφκόν (=αυγό) + τσόφλι σε μερικές περιοχές προφέρεται και 'αφκότσουφλον' αφούτις [afudis] αφότου, αφού (χρονικό επίρρημα) ελληνικά προέρχεται από το αρχαίο: 'αφ' ού τις' αφτέννω [afdenno] ανάβω (ρήμα) ελληνικά βλ. άφτω άφτω [afto] ανάβω (ρήμα) ελληνικά ἅπτω (αρχ. ελλ.) αχαμάκκης [ahamakis] αδέξιος (επίθετο) αχάπαρος [ahabaros] άσχετος (επίθετο) αραβικά βλ. χαπάρι αψιουρίζουμαι [apshurizume] φταρνίζομαι (ρήμα) ονοματοποίηση από τον ήχο του φταρνίσματος αψός [apsos] πικρός (επίθετο) αψουνίζουμαιΒ βαζάνι [vazani] μελιτζάνα (ουσιαστικό) http://foodmuseum.cs.ucy.ac.cy/web/guest/36/civitem/3431 κυπριακά basane (γαλλικά
που σημαίνει σκούρο δέρμα, ηλιοκαμένο) < basane (προβηκιανή) < badana (ισπανική) < bitana (αραβική που σημαίνει φοδράρισμα, όπου χρησιμοποιούνταν σκούρο δέρμα αρνιού) ή badincan (οθωμανική) < al badngen (αραβική) < badigan (περσική) < vadin gana (σανσκριτική) ή βαζιζάνιον (βυζ.) < bādincān (αραβ.) - bādingān (περσ.) βάι εσιέκ [vay eshek] 1. μπράβο, συγχαρητήρια (φράση) 2. ω (ω) τούρκικα vay eşek (τούρκικα) > ε γάρε! βάκλα [vakla] ουρά του προβάτου, και μακρύ ραβδί για το βάκλισμα των καρπών της ελιάς, χαρουπιάς κλπ (ουσιαστικό) λατινικά baculum/bacula/baculus (λατ.) = ραβδί βανούκα [vanouka] βάνικο (ουσιαστικό) πχ. α μανά εξίασες να βάλεις βανούκα μες την κολοκοτή βαντζάρω [vantzaro] προχωρώ (ρήμα) ιταλικά < avanzare βαομένος [vaomenos] κλειστός, κλειδωμένος (μετοχή) ελληνικά βλ. βαώννω βαούμενος [vaumenos] κλειστός, κλειδωμένος (μετοχή) πχ. Έμεινε βαούμενος εσσο του (σπίτι του) γιατί εν άρρωστος ελληνικά βλ. βαώννω βαρβατζίζω [varvadjizo] φωνάζω, κάνω θόρυβο (ρήμα) ελληνικά from the ancient Greek word βάρβαρος used to describe non Greeks (usually indicating uncivilized people) due to the incomprehensable language spoken by them - sounding to Greeks like 'barbarbar' βαρετός [varetos] βαρύς (επίθετο) ελληνικά βαρύς η αντικατάσταση της λέξης βαρύς με βαρετός είχε ήδη γίνει από τον μεσαίωνα βλ. Λεόντιου Μαχαιρά, Χρονικόν: [...]τὸ ποῖον ἦτον πολλὰ βαρετόν[...] = το οποίο ήταν πολύ βαρύ βαρκούμαι [varkoume] βαριέμαι (ρήμα) πχ. βαρκούμαι που ζιώ = βαριέμαι που ζω ελληνικά βαρκούμαι (με προφορά του -ριου ως -ρκου) < μσν. βαριοῦμαι < αρχ. βαροῦμαι < αρχ. βάρος βαρυγομαρκάρης [varigomarkaris] βαρυφορτωμένος (επίθετο) πχ. Ο γάρος ο οκνιάρης εν τζαι βαρυγομαρκάρης (κυπριακή παροιμιά) Ο γαΐδαρος ο οκνηρός είναι και βαρυφορτωμένος ελληνικά βαρύς + γόμος (αρχ. φόρτος) βαρυλάτης [varilatis] δυσκίνητος, βαρύς χαρακτήρας, τεμπέλης (επίθετο) ελληνικά βαρύς + αρχ. ἐλαύνω βασιλέας [vasileas] παιχνίδι (ουσιαστικό) ελληνικά παιγνίδι που επαιζαν συνήθως τα κορίτσια αφού ζωγράφιζαν στο χώμα ή καλύτερα στο πλακόστρωτο το σχήμα με τα τετράγωνα και πηδώντας κουτσαντήρι στο ένα πόδι κουβαλούσαν την πέτρα τους (μικρή πλάκα) βασκιούμαι [vaskioume] είμαι πλούσιος, κρατιέμαι (ρήμα) πχ. έκαμεν τα παλλούτζια του χρυσά με τζείνην την επιχείρηση που έστησεν τζαι βασκιέται καλά τωρά ελληνικά βαστώ βαστώ, παρατ.: βαστούσα και βάσταγα, στιγμ. μέλλ.: θα βαστήξω και βαστάξω, αόρ.: βάστηξα και βάσταξα , παθ.φωνή: βαστιέμαι βασταρκά [vastarka] στήριγμα, πατερίτσα (ρήμα) ελληνικά βλ. βαστώ βαστώ [vasto] κρατώ, συγκρατώ, στηρίζω (ρήμα) ελληνικά από το αρχ. ελλ. βαστάζω βαστώ, παρατ.: βαστούσα και βάσταγα, στιγμ. μέλλ.: θα βαστήξω και βαστάξω, αόρ.: βάστηξα και βάσταξα , παθ.φωνή: βαστιέμαι βατεύκω [vatevko] ερωτοτροπώ (ρήμα) ελληνικά βατεύκω < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής βατεύω βαφτζιά [vaftzia] Καρότο (ουσιαστικό) Τα έλεγαν (τα καρότα) παλαιότερα έτσι σε κάποιες περιοχές της Κύπρου βαώννω [vaonno] κλείνω, κλειδώνω (ρήμα) πχ. πάενε βαώθου έσσω πήγαινε να κλειστείς μέσα στο σπίτι ελληνικά < βαλανώννω (μτγν) < βαλανόω (αρχ.) = κλειδαμπαρώνω βέβγιος [vevyos] βέβαιος (επίθετο) ελληνικά βέβαιος βελονιάζω [veloniazo] προσέχω κάτι και το θυμούμαι (ρήμα) ελληνικά βερεσιέ [veresie] Αγορά 'επί πιστώσει', με πίστωση, βερεσέ (επίρρημα) πχ. 'Επούλησα του 100 λιρών πράματα βερεσιέ' τουρκικά veresiye βέρικο [verigo] ποικιλία γλυκού σταφυλιού (ουσιαστικό) ιταλικά To βέρικο λέγεται έτσι επειδή εισήχθη στην Κύπρο περί το 1855 από την περιοχή των λόφων Μπέριτσι (Berici) στην Ιταλία. βέρκα [verga] βέργα, ραβδί (ουσιαστικό) πχ. Εν να πιάω την βέρκα τζαι να σου κάμω μαύρον τον κώλον σου. λατινικά verga (λατ.) = ραβδί βητάς [vidas] αυτός που εντάσσεται στην Εθνική Φρουρά τον Ιούλιο (ουσιαστικό) ελληνικά Β' σειρά > βητάς ιδιωματισμός βιλλιστρίκκι [villistrikki] αντικείμενο ακαθόριστης ταυτότητας, μαραφέτι (ουσιαστικό) πχ. ρε φύε το τζείντο βιλλιστρίκκι που μπροστά μου τζιαι εν μπορώ να το θωρώ βιλλοδείκτης [villothiktis] γραβάτα (ουσιαστικό) ελληνικά βίλλος (βλ. βίλλος) + δείκτης κχμ, κχμ, πάφος βιλλομούτσουνος [villomudsunos] 1. πεομούρης 2. κάποιος πολύ άσχημος (ουσιαστικό) ελληνικά βίλλος + μουτσούνα βίλλος [villos] πούτσος, πέος (ουσιαστικό) *βίλλα = πούτσα, ψωλή ελληνικά βιλλίν < από τα βυζαντινά (+ αρχαία;;;) ελληνικά o
Ηρωδιανός σημειώνει τα εξής: βίλλος: το ανδρείον μόριον το κοινώς βιλλίν. Αρκάδιος σ. 351.21 αυτό που λέγετε στην ελλάδα βίλλα λέγετε έπαυλης στην κύπρο βιλομούτσουνος βίρρα [virra] πάρα πολλά, συνεχώς (επίρρημα) βίτσα [vidsa] 1. ο πολύ αδύνατος άνθρωπος (επίθετο) (μτφ.) 2. βέργα (ουσιαστικό) πχ. Φύε που δαμέ ρε ρόκολε να μεν πάω να φέρω την βίτσα! βκάλλω [vgallo] βγάζω (ρήμα) βκιός [vgios] περιουσία (ουσιαστικό) ελληνικά βίος βλαγγάρα [vlaggara] υπομονή (ουσιαστικό) γαλλικά φλαντζίν ή βλαντζίν. Βλέπε λήμμα βλαντζίν [vlanjin] 1. υπομονή (μτφ.) πχ. Έτσάκρησεν μας το το βλανζίν μας [ο τσακροβλάντζης] = Μας στέρεψε την υπομονή 2. συκώτι (ουσιαστικό) 3. συκώτι (ουσιαστικό) γαλλικά flanc (γαλλ.) βλατζίν [vladjin] 1. υπομονή (μτφ.) πχ. Έτσάκρησεν μας το το βλανζίν μας [ο τσακροβλάντζης] = Μας στέρεψε την υπομονή 2. υπομονή (μτφ.) 3. συκώτι (ουσιαστικό) πχ. εσhις φλαντζίν, εισαι φλαγγάς 4. συκώτι (ουσιαστικό) 5. συκώτι (ουσιαστικό) γαλλικά από το γαλλικό flanc = συκώτι βοηθεια βόθκια [vothgia] βόδια (ουσιαστικό) ελληνικά βόδια βολά [vola] φορά (ουσιαστικό) πχ. μιά βολά, δκιό βολές, εβαρύθηκα σε πκιόν!! βολάρα [volara] πολύ δυνατό σούτ της μπάλας (ουσιαστικό) βολαρίσκω [volarisgo] κάνω ένα πολύ δυνατό σούτ (ρήμα) πχ. Εβόλαρεν με πας τ'αρτσιήθκια ο ππεζεβένκης. βολβόπηλα [volvobila] βρώμικες λάσπες (ουσιαστικό) πχ. μεν πατάς μεσ'τα βολβόπηλα/βορβόπηλα ελληνικά βόλβιτα = κόπρανα + πηλός βολικώννω [voligonno] βάζω βολίτζια (βλ. λ.) (ρήμα) γαλλικά βλ. λ. βολίτζιν βολίκωση [voligosi] στέγη με βολίτζια (βλ. λ) (ουσιαστικό) γαλλικά βλ. λ. βολίτζιν βολίτζιν [volijin] το ξύλινο δοκάρι της στέγης, πηχάκι (ουσιαστικό) παράγωγο: 'βολικώννω' = βάζω βολίτζια, η 'βολίκωση' = στέγη με βολίτζια γαλλικά volige (γαλλ.) = καλύπτω με ξύλινα δοκάρια στην μσν. κυπρ. διάλεκτο η λέξη καταγράφτηκε ως 'βολίκιν' βολλώ [vollo] βυθίζομαι στη λάσπη (ρήμα) πχ. Εβούλλησα μες τα πηλά ελληνικά βοράζω [vorazo] αγοράζω (ρήμα) ελληνικά αγοράζω, γοράζω βορτακοντίματα [vortakontimata] πράσινη άλγη (ουσιαστικό) ελληνικά βόρτακος (=βάτραχος) + ντύμα (επένδυση) βόρτακος [vordagos] βάτραχος (ουσιαστικό) ελληνικά < βόρδακος/βόρδακας πιθανώς λέξη της αρχαίας αρκαδοκυπριακής διαλέκτου βόρτος [vordos] 1. άξεστος (επίθετο) (μτφ.) 2. χοντρός (επίθετο) (μτφ.) πχ. Φάε, φάε εγίνηκες βόρτος! (μία από τις αγαπημένες φράσεις της Κύπριας μάνας) 3. αρσενικό μουλάρι ή το βόδι (ουσιαστικό) *σε μερικά χωριά χρησιμοποιείται για το αρσενικό βόδι, σε άλλα όμως για το μουλάρι ελληνικά βόρδων (βυζαντ.) = αρσενικό μουλάρι βοσκαρέττιν [vosgaretin] νεαρός βοσκός (ουσιαστικό) ελληνικά από το ελληνικό 'βοσκός' βούγλωττος [vooglottos] αυτός με παχιά γλώσσα (επίθετο) ελληνικά βούς + αρχ. γλώττη (=γλώσσα) λεγότανε παλιά αλλά πλέον έχει εξαφανιστεί, ίσως να το λένε παπούδες σε κάνα-δυό χωριά βουζουνόπελλος [vouzounopellos] Πολύ τρελλός βούθκια [vuthgia] βόδια (ουσιαστικό) πχ. βλέπε λήμμα βόθκια ελληνικά βόδια βούκκα [vuka] μάγουλο, παρειά (ουσιαστικό) λατινικά bucca (λατ.), λέξη κέλτικης προέλευσης βουκκαλλέτικο [vukalletigo] 1. παιδί με παχουλά μάγουλα (επίθετο) 2. καλομαθημένος (επίθετο) (μτφ.) λατινικά βλ. βούκκα βούκκος [vukos] μπουκιά (ουσιαστικό) λατινικά βλ. βούκκα βουλλώ [voullo] βυθίζομαι στη λάσπη (ρήμα) πχ. Εβούλλησα μες τα πηλά βούλλα, βουνάρι [vounari] λιπόθυμος, σύξυλος, σωρός (για αντικείμενα) (ουσιαστικό) (μτφ.) πχ. 'Έσυρεν μου την κουτάλα, η γεναίκα τζαι άηκεν με βουνάρι' 'Μου έριξε την κουτάλα, η γυναίκα και με άφησε στον τόπο μου/σύξυλο' ελληνικά από το βουνό οι λεμεσιανοί λένε 'γουνάρι' βουννώ [vunno] ρίχνω (ρήμα) κοτσινοχωρκάτικα βουρβουλλάς [vurvullas] γυμνοσάλιαγκας (ουσιαστικό) βουρητός [vouritos] τρεχάτος (επίθετο) ελληνικά βλ. βουρώ βούριστρα [vurisdra] τρεχάματα (ουσιαστικό) πχ. εφάν μας τα βούριστρα ελληνικά βλ. βουρώ βούρκα [vurga] τσάντα του βοσκού, που κατασκευάζεται χρησιμοποιώντας το δέρμα ενός ζώου που ράβεται ανάλογα, στην κρητική διάλεκτο απαντάται ως βούργια (ουσιαστικό) πχ. Η κκελλέ σου εν μες την βούρκαν (κυπριακή παροιμία) Η κεφαλή σου είναι μέσα στη τσάντα του βοσκού, δλδ είσαι στον κόσμο σου, δεν βλέπεις αυτά που γίνονται γύρω σου λατινικά βούρκα < βούργια < μσν. βούλγια < λατινικό bulgea (δερμάτινο πουγκί, λέξη κελτικής προέλευσης)