<-- Προηγούμενη σελίδα Εκτύπωση τούντης σελίδας Πίσω στα γουικιπριακά Επόμενη σελίδα -->

πιττίν πιττίν wikipriaka.com -- σελ. 14 -- πουτταρέλλα
πιττίν πιττίν [bitin bitin] βαθμηδόν (φράση) πιττώννω [bitonno] 1. πλακώνω, στριμώχνω (ρήμα) 2. μεθώ (ρήμα) (μτφ.) ελληνικά πίττα πιτώ [bido] ρίχνω με ορμή (συνήθως) υγρό (ρήμα) ελληνικά πίπτω (αρχ.) = πέφτω, καταλήγω στο έδαφος ή πτύω (αρχ.) = φτύνω, αποχρέμπτομαι, βγάζω από το στόμα μου με ορμή πτύελο δηλαδή σάλιο ή φλέγμα πκιον [bgyon] 1. πλέον (επίρρημα) πχ. λυπήθου με τζαι αρκίνα πκιον να με πονείς... (Αγάπησα την που καρκιάς, ερωτικό τραγούι) 2. πλέον (επίρρημα) πχ. Εν σ' αγαπώ πιόν. ελληνικά Χρησιμοποιείται για να τονίσει το τελεσίδικο μιας πρότασης. Γραμματικά έχει τον ρόλο του επιρρήματος. ελληνικά πκιορώννω [bgioronno] πληρώνω (ρήμα) ελληνικά < πιερώνω < πλερώνω < πληρώνω πλαϊτζια [blaijia] παγίδια (ουσιαστικό) ελληνικά πλάι, πλευρά πλάσμαν [blasman] άτομο, άνθρωπος, ζωντανό (ουσιαστικό) ελληνικά αρχαία ελληνική πλάσμα < πλάσσω πλύμμαν [blimman] πλύσιμο (ουσιαστικό) ελληνικά πλένω πλυννίσκω [blinnisgo] πλένω (ρήμα) ελληνικά πλένω πλώθω [blotho] απλώνω (ρήμα) ελληνικά απλώνω πνάζω [bnazo] αναπαύομαι (ρήμα) ελληνικά υπνόω - ύπνωσα - ύπνασα (αρχ.) ποά [boa] απ'εδώ (επίρρημα) ελληνικά βλ. ποδά ποάττε [boate] απ' εδώ (επίρρημα) ελληνικά βλ. ποδά ποβκάλλω [bovgallo] διαλύω (ρήμα) ελληνικά από + βκάλλω (βγαζω) αποτελειώνω > οδηγώ στο τέρμα πογύρι [boyiri] (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. πο υρόν ποδά [poda] απ'εδώ (επίρρημα) ελληνικά απ'εδώ ποδακκάννω [bodakanno] 1. αποδοκιμάζω, απορώ (μτφ.) 2. δαγκώννω το κάτω χείλος (ρήμα) ελληνικά από + δακκάννω (δαγκώνω) ποδίνα [bodhina] γαλότσα (ουσιαστικό) ελληνικά πόδι ποδκιάντραπος ποζαύλιν [bozavlin] αποκαΐδι (ουσιαστικό) πχ. τζι αν τίσιει τζιέ να κρούσω τζιέ να γινώ ποζαύλιν = κι αν τύχει και να καώ και να γίνω αποκαϊδι: είναι απόσπασμα από το τραγούδι του Αχ.Λυμπουρίδη 'τα μαύρα σου τ΄αμμάθκια' ποζέγνω [pozevgno] χωρίζω, αποδεσμεύω ένα ζευγάρι (ρήμα) ελληνικά αρχ. ἀποζεύγνυμι πόθεν [pothen] από που (επίρρημα) πχ. Πόθεν είσαι; (απο που είσαι;) ελληνικά πόθεν (αρχ.) ποθκιά [bothgya] ποδιά (ουσιαστικό) ελληνικά ποδιά ποθκιαλόγια σημαινει αυτα που ειναι της τελευταιας ποιοτικα διαλογης ποθκιάντροπος [bothgiandrobos] ξεδιάντροπος (επίθετο) ελληνικά πόιν [boin] πόδι (ουσιαστικό) ελληνικά πό(δ)ιν ποΐνα [boina] γαλότσα (ουσιαστικό) ελληνικά < ποδίνα < πόδι ποϊνάρι [boinari] μπατζάκι, το ένα σκέλος του παντελονιού (ουσιαστικό) ελληνικά πόδι ποϊνόραμμαν [boinoramman] κορδονάκι υποδήματος (ουσιαστικό) ποΐνα + ράμμαν ποκάθουμαι [bogathume] 1. κάθομαι κάτω μετά από εξάντληση (ρήμα) 2. παραιτώ (ρήμα) (μτφ.) ελληνικά υπό + κάθουμαι ποκαματώ [bogamado] νυστάζω (ρήμα) ελληνικά από + κάματος (αρχ. = κόπος, κούραση, δουλειά) ποκάμνω [bogamno] κουράζομαι, εξαντλούμαι (ρήμα) ελληνικά ποκλάουρο ποκνιάζουμαι [bogniazume] τεντώνομαι (ρήμα) πόλα σέλα [bola sela] παντού (φράση) ελληνικά απ΄όλα σε όλα > ΄π΄όλα σε΄λα > πόλα σέλα πόλιπιφ [bolibif] ζαμπονάκι (ουσιαστικό) αγγλικά boiled beef (Αγγλικά) πολλά [bolla] πολύ (επίρρημα) πχ. 1.Εν πολλά ωραίο... 2.Εν πάρα πολλά, εν ημπόρω να τα φάω... 3.Είσαι πολλύς για το χωρκόν μας ελληνικά < πολλύ (πολύ) < επίθετο πολός - με τροπή του 'υ' σε 'α' ο αρχαίος ιωνικός τύπος του πολός (ο πολύς - επίθετο) ήτανε πολλός πολογιάζω [boloyiazo] διώχνω, αποχαιρετώ, αποδιώχνω (ρήμα) ελληνικά από + λογιάζω = υπολογίζω, θεωρώ, σχεδιάζω (λογιάζω < λόγος + -ιάζω) πολοούμαι [boloume] απαντώ (ρήμα) πχ. Ρε συντυχάννω σου! Πολοήθου! ελληνικά < απολογούμαι πόμηνε [bomine] περίμενε, μείνε εκεί που είσαι (προστακτική) πχ. πόμεινε ολάν τζαι έρκουμε περίμενε καλέ και έρχομαι ελληνικά από το υπομονή υπόμεινε - με απόριψη του 'υ' για συντομία πομηνίσκω [bominisgo] περιμένω (ρήμα) ελληνικά Υπομονή -> πομονή + -ίσκω -> πομονίσκω -> πομηνίσκω πομισιάρικος [bomisharigos] συνεταιρικός
(επίθετο) πχ. Εγόρασα ένα λαχείο πομισιάρικο με τον Αντρίκκο. ελληνικά από + μισός πομούσουρα [bomusura] με κατεβασμένα τα μούτρα πόμπα [bomba] 1. υπέροχα! (επίρρημα) (μτφ.) πχ. Ουυυ είσαι πόμπα κόρη, εν τέλειο τούτο το φόρεμα 2. βόμβα, είδος γλυκού, τρόμπα, αντλία (ουσιαστικό) πχ. Εβάλαν πόμπα πάλε στο Παρίσι. ελληνικά αντιδάνειο η έννοια βόμβα προέρχεται από ιταλ. bomba (< λατ. bombus < αρχ. ελλ. βόμβος) πομπούα [bombua] μπουκαλίτσα κυρίως με μονάστερο κονιάκ (ουσιαστικό) πομυλόρι [bomilori] ντομάτα (ουσιαστικό) ιταλικά pomodori (ντομάτες) πομυλορκά [bomilorga] ντοματιά (ουσιαστικό) ιταλικά pomodori (ντομάτες) πομωρίζω [bomorizo] αποκοιμούμαι (ρήμα) ελληνικά πονημα [ponima] σκασμός (επιφώνημα) πχ. > Φκάλε πόνημα! Μεν μάσιεσαι! > Πόνημα γαμώτο! ελληνικά συνήθως ακούγεται ως 'φκάλε πόνημα' και ίσως να βγαίνει από τον πόνο που σε αποτρέπει από το να μπορείς να μιλήσεις ποξαμάτι [boxamadi] παξιμάδι (ουσιαστικό) πόξυλλικκι [boksiligi] τον κάνω άχρηστο από το ξύλο πόξω [poxo] απ' έξω (επίρρημα) ελληνικά Πο (από) + έξω ποούλλα [poou'lla] Απ' όλα πόπαστο [bobasdo] επιδόρπιο (ουσιαστικό) ιταλικά ιταλ. post (μετά) + ιταλ. pasto (γεύμα) πορνόν [pornon] 1. πολύ νωρίς το πρωί 2. Πρωϊνό ελληνικά από το αρχ. πωρνόν < πρωνόν < πρωινόν, ουδ. του επιθ. πρωινός πορπισιά απελπισία πόρτης [bordis] 1. 2. φαφλατάς, μιλά με υπερβολές (ουσιαστικό) (μτφ.) πχ. ίντα λαφαζάνης που είσαι, α... 3. φαφλατάς, μιλά με υπερβολές (ουσιαστικό) (μτφ.) πχ. ίντα λαφαζάνης που είσαι α... ελληνικά βλ. πόρτος πορτοκοφτης [bordogofdis] στρίνγκ, σλιπάκια (ουσιαστικό) ελληνικά πόρτος (πορδή) + κόφτω (κόβω) παφίτικο ιδίωμα πόρτος [portos] κλανιά ελληνικά ανδρίσιος τρόπος να πεις πορδή < αρχαία ελληνική πορδή ποσιεπάσω ποσκόλιο [bosgolio] απασχόληση (ουσιαστικό) ελληνικά βλέπε ποσκολιούμαι ποσκολιούμαι [bosgoliume] απασχολούμαι (ρήμα) ελληνικά προς + κωλύω (αδυνατώ να κάνω) ή από το απασχολούμαι (από + σχολέω = ΄πο + σκολέω) ποσπάζουμαι [bosbazume] Τελειώνω (ρήμα) ελληνικά βλ. ποσπάζω ποσπάζω [bosbazo] αποτελειώνω (ρήμα) ελληνικά αποσπάζω < αποσπώμαι ποσπασιά [pospasha] τελειωμός, ανακούφιση (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. ποσπάζω ποσπόριν [posporin] τελευταίο παιδί, παραπούλι (ουσιαστικό) ελληνικά ποσσιεπάζω [poshebazo] παρατηρώ, παρακολουθώ, κρυφοκοιτάζω (ρήμα) ελληνικά ίσως από τα από + σκεπάζω πόστα [bosta] ταχυδρομείο (ουσιαστικό) ιταλικά < ιταλ. posta ποστέκουμαι [posdegume] κουράζομαι (ρήμα) ελληνικά ποταμοείτανος [bodamoetanos] άγριο είδος μέντας-δυόσμου που βλαστάει παρά τις όχθες ποταμών και ρυακιών (ουσιαστικό) ελληνικά < αρχ. ποταμογείτων < ποταμός + γείτων (γειτονιά) ποταμός [potamos] παραδοσ. παιχνίδι (ουσιαστικό) ελληνικά παιγνίδι που επαιζαν οι άνδρες ή τα αγόρια και η μια ομαδα εσκυβε κάτω ο ένας πίσω από τον άλλο και η άλλη ομάδα πηδώντας έπρεπε να ανεβούν πάνω τους ολοι και να αντεξουν να μην πέσουν.... ποτάξαρος [podaxaros] σαστισμένος, ακίνητος, (επίθετο) ποταυρίζουμαι [potavrizume] ελληνικά από ταύρος σημαίνει απλώνω το χέρι να πάρω κάτι, συνήθως σε κάποιο ύψος ή απόσταση όπου μεσολαβεί κάποιο εμπόδιο, ίσως να σχετίζεται με τα ταυροκαθάψια ποταυρίζω [podavrizo] τεντώνομαι για να φτάσω κάτι (ρήμα) ελληνικά από + ταυρίζω, τεντώνω το κορμί μου σαν τάυρος ποτζεί [podji] απ'εκεί (επίρρημα) ελληνικά απού τζει > που τζει = απ'εκεί ποτζιλίτης [potzilitis] λουρί, ζώνη που δένει το σαμάρι κάτω από την κοιλιά του ζώου (ουσιαστικό) ποτίλια [botilia] μπουκάλα, καράφα (ουσιαστικό) ιταλικά από το ιταλικό bottiglia ποτιλυμένος [bodilimenos] ξετυλιγμένος (επίθετο) ελληνικά βλ. ποτιλύω ποτιλύω [bodilio] ξετυλίγω (ρήμα) ελληνικά από + τυλίγω ποτούντο [potounto] από αυτό το πχ. εδηλητηριάστικα πουτούντο το πουστοφαϊ ελληνικά που + τούντο<που τούτο το
πότσα [bodsa] μπουκάλα, καράφα (ουσιαστικό) ιταλικά boccia - ιταλικά ποτσούα [bodsua] μικρή μπουκάλα (ουσιαστικό) ιταλικά υποκοριστικό του πότσα (βλ. πότσα) που [boo] από (πρόθεση) πχ. (α)που τα 'νάθεμα από τα ανάθεμα ελληνικά που < (α)που < απού < ἀπύ (αιολική και αρκαδοκυπριακή διάλεκτος) = από η πανάρχαια προφορά του 'υ' ως 'ου' διατηρήθηκε πουγιώττα θερμοφόρα πούζα [buza] κοιλιά, διάρρηξις του διαφράγματος (περιτόναιον), κήλη (ουσιαστικό) ιταλικά buzzo = κοιλιά πουκαμίσα [bugamisa] πουκάμισο (ουσιαστικό) ιταλικά camicia (ιταλ.) πούκουππα [bugupa] ανάποδα (επίρρημα) ελληνικά βλ. πουκουππίζω πουκουππίζω [bugupizo] αναποδογυρίζω (ρήμα) ελληνικά από + *κουππίζω < κούππα < cupa (λατ.) και κύπη (αρχ.) πουκουππισμένος [bugupismenos] αναποδογυρισμένος (επίθετο) ελληνικά βλ. πουκουππίζω πουλλαόφωνος [poullaofonos] με λεπτή φωνή (επίθετο) ελληνικά πουλί + φωνή πούλλες [poulles] λεπτές κολοκασιές (ουσιαστικό) από το κολοκάσι πουλουστρένα [bulusdrena] χαρτζιλίκι που παίρνουν τα παιδιά την εορτή των Φώτων (ουσιαστικό) πχ. Καλημέρα τζιαι τα Φώτα τζιαι την πουλουστρένα πρώτα (τα κάλαντα των Φωτών) ιταλικά πουλουστρένα < βενετσιάνικο bona strena (στρένα = δώρο) αλλιώς πουλουστρίνα πουμπουρίζω [bumburizo] βροντώ, μπουμπουνίζω (ρήμα) ονοματοποίηση βλ. πουμπουρκά πουμπουρκά [bumburga] βροντή, κεραυνός (ουσιαστικό) πχ. τζι αντάν εφάνην η στραπή εις του Μοριά τα μέρη τζι εξάπλωσεν τζι ακούστηκεν παντού η πουμπουρκά της, τζι ούλλα ξηλαμπρατζιήσασιν τζιαι θάλασσα τζιαι ξέρη είσιεν σγιαν είχαν ούλοι τους τζι η Τζιύπρου τα κακά της - 9η Ιουλίου 1821 εν Λευκωσία Κύπρου, Βασίλης Μιχαηλίδης ονοματοποίηση από τον ήχο της βροντής (μπουμ-μπουμ) πουπάνω [bubano] από πάνω, επιπλέον (επίρρημα) ελληνικά που (από) + πάνω πουπανωθκιόν [bubanothgion] από πάνω, επιπλέον (επίρρημα) ελληνικά που (από) + πάνω πουπανωπροίτζιην [boopanobritzin] Η επιπλέον προίκα που δίδεται στον γαμπρόν (ουσιαστικό) ελληνικά πουπάνω (από πάνω) + προίκα πούποτε [poopode] πουθενά, κάπου (επίρρημα) ελληνικά ίσως από την σύνθεση του : που (από) + ποτέ μεσαιωνική κυπριακή λέξη καταγεγραμμένη στο Χρονικόν του Λ. Μαχαιρά ως 'πούποτες' (το οποίο ακόμη χρησιμοποιείται και σήμερα παράλληλα με το πούποτε) πουπούξιος [bubuxios] τσαλαπετεινός (ουσιαστικό) ονοματοποίηση από τον ήχο του τσαλαπετεινού (που-που-που) πούππα [bupa] κούκλα (ουσιαστικό) λατινικά pupa (λατ.) = αγαλμάτιον πουππούφι πρόλοβος Σάκος προσωρινής αποθήκευσης της τροφής (στα πτηνά) πριν προχωρήσει στο στομάχι για τελική πέψη πουρέκκα [bureka] κοπέλα που είναι γλυκειά σαν μπουρέκι (επίθετο) τούρκικα βλ. πουρέκκι πουρέκκι [bureki] μπουρέκι (ουσιαστικό) τουρκικά börek (τουρκ.) = μπουρέκι πουρκός [burgos] το μέρος της λάμπας πετρελαίου που περιέχει το φυτίλι και φυσικά τη φλογα (ουσιαστικό) πουρκούρι [burguri] πουργούρι, πλιγούρι (ουσιαστικό) πο υρόν [bo iron] από γύρω (φράση) ελληνικά που (από) + γυρόν (γύρω) πουρουτι Μανιτάρι της φύσης - μπορεί να τρώεται ή μπορεί να εν δηλητηριώδες. πουρτοζηέκλιν [pourtozieklin] σαράβαλο πουρτουβέλλα [burduvella] μεντεσές (ουσιαστικό) Έρκεται που τες γαλλικές λέξεις 'porte' + 'ouvert' που σημαίνει άνοιμα της πόρτας. πούσια [busha] να που πχ. 'πούσια πάω' = να που πηγαίννω ελληνικά πού + ίσια πουσιούλα [bushula] όμορφη (επίθετο) πουσιουρτίζω [bushurdizo] 1. ποσπάζομαι (μτφ.) 2. καταστρέφομαι εντελώς (ρήμα) πχ. ο ηλεκτρονικός υπολογιστής επουσιούρτησεν πουστισσα (βλ.πούστισσα) πχ. http://bloochat.com/lesclub Σαπφώ , Eλληνίδα λυρική ποιήτρια από τη Λέσβο εν αντρέπεται η πούστισσα η λεσβία πουτανόπαιδο [butanopedo] πχ. ηηηη της πουτανας.. βλ. σιυλλομπάσταρτος ο γιός της πουτάνας πουτταρέλλα [butarella]