<-- Προηγούμενη σελίδα Εκτύπωση τούντης σελίδας Πίσω στα γουικιπριακά Επόμενη σελίδα -->

μότζεντρος wikipriaka.com -- σελ. 11 -- ξητιμασιά
μότζεντρος [mojendro] μισοψημένος (επίθετο) ελληνικά ωμός + κέντρο μοτόρα [modora] μοτοσυκλέτα (ουσιαστικό) μουασίλης [muasilis] αιμορρόϊδες (ουσιαστικό) τουρκικά mayasil (τουρκ.) = αιμορρόϊδες ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΤΟ ΑΚΟΥΩ ΔΕΝ ΝΟΜΙΖΩ ΝΑ ΛΕΓΕΤΕ ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΛΕΟΝ, ΙΣΩΣ ΝΑ ΜΗΝ ΛΕΓΟΤΑΝΕ ΠΟΤΕ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΠΕΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΓΙΑ ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΛΕΞΕΩΝ μουβλούκα [muvluga] μαξιλάρι (ουσιαστικό) λατινικά βλ. μαουλούτζιν μούγια [muya] μύγα (ουσιαστικό) ελληνικά Γα > Για λόγω ευφωνίας Το Ύψηλον διατήρησε την αρχαία προφορά του ως 'ΟΥ' μούγκα [munga] τσιμουδιά, κάποιος που δεν μιλά μούγκρα [mugra] τύπος πίκλας με κουνουπίδι, σινάπι, προζύμι (ουσιαστικό) ισπανικά κατά το λεξικό Κ. Γιαγκουλλή παραθέτει την προέλευσή της από το ισπανικό mugre που σημαίνει λέρα (λογικό) μουγούιν [muyuin] πολύ μικρό ιπτάμενο έντομο (ουσιαστικό) ελληνικά μούγια (βλ. λ) > μουγούιν (μικρή μύγα) μουζαλώνω Μουτζουρώνω μούζι [mouzi] τύφλα να'χει κοίτα το παράδειγμα και θα καταλάβεις πχ. Καλά ρε μα με πόσες γενέτζες επίεν ο Γιώρκος; Μούζι να'σιει ο Σπαλιάρας μπροστά του. Καλά ρε μα με πόσες γυναίκες πήγε ο Γιώργος; Τύφλα να'χει ο Σπαλιάρας μπροστά του. μουζουρής [muzuris] μελαχρινός (επίθετο) μουζουρού [muzuru] μελαχρινή (επίθετο) μουλαρώννω [moularono] πεισμώνω (ρήμα) πχ. δεν παίρνει από κουβέντες και συμβουλές = επείσμωσε = εμουλάρωσε ελληνικά από το: 'μουλάρι' που συνήθως ειναι πεισματάρικο μούλλωννε [mullonne] σώπα (προστακτική) ελληνικά μουλώνω < μεσαιωνική ελληνική μουλώνω / μουλλώνω / μουλλώννω < ελληνιστική κοινή μυλλός (με στραβό χείλος) / μύλλον (χείλος) μουλλώνω [mullonno] σιωπώ (ρήμα) (μτφ.) ελληνικά μουλώνω = κρύβομαι από το φόβο, χρησιμοποιήτε μεταφορικά αφού κρύβεσαι και σιωπάς μούλος [mulos] μουλάρι (ουσιαστικό) ελληνικά μοῦλος (αρχ.) μουννόφτειρα [mounnoftira] ψείρα στο μουννί πχ. Ψες η Μαρία ήταν πολλά βρώμικη, λαλείς να εκόλλησα μουννόφτειρες ελληνικά κάποια πολύ λερωμένη, ακάθαρτη, επειδή είναι λες και έχει φτείρα (ψείρα) στο αιδοίο της μουντάρω [moundaroh (silent 'h')] εκχύνω με ορμή, επιτήθομαι (ρήμα) (μτφ.) πχ. 1) εμουντάραν με πέντε πλάσματα τζαι εσπάσαν μου τα πλαΐτζια μου 2) άμαν με ξεναβρίσει, εννά τον μουντάρω τζαι εννά τον σπάσω που το ξύλο 1) μου επιτέθηκαν πέντε άτομα και μου έσπασαν τα πλευρά μου 2) άμα με ξαναβρίσει, θα του επιτεθώ και θα τον σαπίσω απ' το ξύλο ιταλικά montare = μαστιγώνω μουσιαμμάς [mushamas] 1. αναίσθητος (επίθετο) (μτφ.) 2. αδιάβροχο ύφασμα (ουσιαστικό) μουσιεμένος [mushemenos] μουσκεμένος (επίθετο) ελληνικά μουσιεύκω [mushevgo] μουσκεύω (ρήμα) ελληνικά μουσκοκάρφι [musgogarfi] γαρύφαλλο (ουσιαστικό) ελληνικά μούσκος (μόσχος, ευχάριστη μυρωδιά, ευωδία) + καρφί μουσκουρούιν [musguruin] μικρός, νεαρός (επίθετο) μουσουπέττης [musubetis] 1. απατεώνας (επίθετο) 2. γκαντέμης, αυτός που ματιάζει (επίθετο) τούρκικα musibet (τουρκ.) = καταστροφή, ανεπιθύμητο άτομο μουσουτζιάρης [musujaris] ιδιότροπος (επίθετο) μουτόπενσα μυτοτσίμπιδο, μυτόπενσα μουτσιοπαίχτης [muchobehdis] μαλάκας (ουσιαστικό) μούτσιος + παίκτης μούτσιος [muchos] αυνανισμός (ουσιαστικό) μουτσούνα [mudsuna] μούτρο, πρόσωπο (ουσιαστικό) ιταλικά μουτσούνα < μεσαιωνική ελληνική μούτσουνον (πρόσωπο) < βενετική musona (γκριμάτσα) μουτταρκά [mutarga] κορυφή, απόκρυμνο έδαφος (ουσιαστικό) ελληνικά μούττη (μύτη) μουττάς [moutas] αυτός που έχει μεγάλει μύτη (επίθετο) ελληνικά μύτη μούττη [muti] μύτη (ουσιαστικό) ελληνικά μύτη διατηρήθηκε η πανάρχαια προφορά του 'υ' ως 'ου' μουχαροι μουχτάρης [muhdaris] διορισμένος κοινοτάρχης (ουσιαστικό) τούρκικα muhtar (τουρκ.) μουχταριλλίκκιν [muhdarillikin] αξίωμα κοινοτάρχη (ουσιαστικό) τούρκικα βλ. μουχτάρης μούχτιν [muhdin] 1. δωρεάν (επίρρημα) 2. δωρεάν, φαγοπότι εις βάρος άλλου (επίρρημα) πχ. πάντα πίνει που τα τσιάρα μας ο Πανίκκος εν τέλεια αβάττας αγνώστου ταυτότητος μουχτιτζής [muhdijis] 1. αυτός που επιδιώκει να παίρνει πράγματα δωρεάν, τρακαδόρος (επίθετο) 2. αυτός που επιζητά φαγοπότι (ή δωρεάν εξυπηρέτηση) εις βάρος άλλου (επίθετο) από το μούχτιν μπακκίρα [bakira] 1. παλιό κυπριακό νόμισμα, μπακίρι (ουσιαστικό) πχ. εν κραώ μπακκίρα τσακκιστή=είμαι απένταρος=πανί με πανί 2. λεφτά (ουσιαστικό) (μτφ.) τούρκικα bakır (τουρκ.) = χαλκός, χάλκινο νόμισμα μπάρρα [mbarra] η εστία, τέρμα στο ποδόσφαιρο (ουσιαστικό) ιταλικά ή αγγλικά ή γαλλικά < ιταλ. barra άλλες πιθανές ετυμολογίες: bar (αγγλ.), bar (γαλλ.), bar (ιταλ.) μπίλλης [billys] κύπριος μετανάστης των Η.Π.Α. (επίθετο) (μτφ.) πχ. Ήρτεν ο μπίλλυς πάλε που δαμέ! Είσαι τέλεια μπίλλυς ρε! Μα
που εν ο μπίλλυς; αγγλικά Από το όνομα 'Bill', λέγετε σαρκαστικά μπισικλίν [mbisiglin] ποδήλατο (ουσιαστικό) αγγλικά bicycle (αγγλ.) = ποδήλατο αυτό λέγεται από τους τσάρληδες (βλ. τσάρλης) μυαλιώνας [mialionas] μεγάλο δάκτυλο του ποδιού (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. μιάλος μύλλα [milla] λίπος (ουσιαστικό) ελληνικά πιθανές ετυμολογίες: μύλλον = χείλος, μυλλός = στρεβλός, μυλλός = γυναικείον εφηβαίον (Ηρακλείδης παρ' Αθήν. 647 Α΄) αρχαίες ελληνικές και μεταγενέστερες λέξεις μυλλαρώνω [millarono] αποκτώ μύλλες (ρήμα) ελληνικά βλ. μύλλα μυλλαρωτός [millarodos] αυτός που έχει πολλές μύλλες (επίθετο) ελληνικά βλ. μύλλα μυλλόπιττα [millopitta] Πίττες φτιαγμένες από λίπος του χοίρου. Παλιά στα χωριά οι Κύπριοι είχαν γουρουνάκι και το μεγάλωναν για κατανάλωση ως τρόφιμο όταν μεγαλώσει. Για να μην χαθεί τίποτα από το γουρουνάκι, έπαιρναν το λίπος και το κάνανε πίττες ή χρησιμοποιείτο ως συντηρητικό για το υπόλοιπο κρέας. Σε κάποια χωριά την ψήνουν πάνω σε σάτζιη (βλ. σάτζιη) και σερβίρετε με σιρόπι ή μέλι. (ουσιαστικό) ελληνικά μύλλα + πίττα μυλλωμένο [millomeno] 1. βρώμικο, ανώμαλο (επίθετο) (μτφ.) 2. μή νηστίσιμο φαγώσιμο (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. μύλλα μυλλώνω [millono] δεν νηστεύω (ρήμα) ελληνικά βλ. μύλλα μυσκίνης [misginis] ο πολύ λεπτός, κοκκαλιάρης (επίθετο) ελληνικά + αγγλικά μυς (ελλ.) + skinny (αγγλ.) μωρακι (μτφ.) μωρεύκουμαι [morefkome] παλιμπαιδίζω (ρήμα) ελληνικά μωρόΝ νάκκον [nakon] 1. λιγάκι (επίρρημα) πχ. βάρμου 2 κουταλιές νέσκαφε τζαι νακκουρίν ζάχαρη. ίσια ίσια πας τη μούττη 2. λίγο (επίρρημα) (μτφ.) πχ. νακκουρίν, νακκουρούιν ελληνικά βλ. νακκουρίν νακκουρίν [nakurin] 1. λιγάκι (επίρρημα) πχ. βάρμου 2 κουταλιές νέσκαφε τζαι νακκουρίν ζάχαρη. ίσια ίσια πας τη μούττη 2. λίγο (επίρρημα) (μτφ.) πχ. νακκουρίν, νακκουρούιν ελληνικά ένα κουρίν νάκρα [nagra] άκρη (ουσιαστικό) πχ. Θεέ, που νάκραν δεν έχεις ποττέ στην καλωσύνην, λυπήθου μας και δώσε πκιον χαράν στην Ρωμιοσύνην - 9η Ιουλίου 1821 εν Λευκωσία Κύπρου, Βασίλης Μιχαηλίδης ελληνικά μεταφορά του -ν εκ του την στο άλφα και αλλαγή κατάληξης -η σε -α νάμιν [namin] όνομα (ουσιαστικό) πχ. εβκάλαμεν νάμιν! τουρκικά nam νάμπου [nambu] Τι (επίρρημα) πχ. Νάμπου κάμνεις; ελληνικά ήντα (βλ. λ) + ένι (είναι) + που νανές [nanes] με το ζόρι πχ. Περπατά με το νανέ του (με το στανιό) = Περπατάει με το πάσο του, πολύ αργά, με την ησυχία του, χωρίς να τον ενδιαφέρει. νασια νεκαλιόν [negalyon] θρήνος, οδυρμός, μοιρολόι (ουσιαστικό) ελληνικά ανακάλεμα (ανακαλώ μνήμες που φέρνουν τον θρήνο) νεκαλιούμαι [negaliume] θρηνώ, πενθώ (ρήμα) ελληνικά βλ. νεκαλιόν νεκατομένος [negadomenos] ανακατεμένος (επίθετο) ελληνικά βλ. νεκατώνω νεκατοσιά [negatosha] ανακατωσιά (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. νεκατώνω νεκατσιώ [negacho] αηδιάζω, σιχαίνομαι (ρήμα) νεκατώνω [negatono] ανακατώνω (ρήμα) ελληνικά ανακατώνω νεκουτεύκω [negudevgo] ψάχνω, ανακατεύω (ρήμα) νεκουτρεύκω [negudrevgo] ψάχνω, ανακατώνω (ρήμα) ή κουτρεύκω νεουλιούμαι [nehouliumeh (silent h)] θα κάνω εμετό, ανακατεύομαι (μετοχή) ελληνικά από το αναγουλιάζω > αναγουλιέμαι (δεν υπάρχει τέτοια λέξη στη δημοτική, είναι της γλώσσας) και με παράφραση της λέξεως γίνετε νεουλιούμαι νεπαμός [nepamos] ξεκούραση, ανάπαυση (ουσιαστικό) ελληνικά παύση νεπετι νέττον [netto] καθαρό, μη αναμιγμένο με κάτι άλλο (επίθετο) πχ. ένα φραπέ σκέττον-νέττον ένα φραπέ εντελώς σκέτο (καθόλου γάλα και ζάχαρη, μόνο καφέ, μαύρο, όπως πρέπει να πίνεται) ιταλικά < ιταλική netto (=καθαρός) νεύκω [nefko] γνέφω (ρήμα) πχ. Πού σου νεύκω... πού πάεις (κυπριακή παροιμία) Σου γνέφω από αλλού και εσύ πάεις αλλού (=είσαι εκτός θέματος) ελληνικά νεύω (αρχ.) νεφκά [nefga] δοκός (ουσιαστικό) νέφκω [nefko] δείχνω (ρήμα) πχ. Που σου νέφκω, που πάεις. ελληνικά νεύω νηλιοβούττιν [niliovutin] ηλιοβασίλεμα (ουσιαστικό) ελληνικά νήλιος (ήλιος) + βούττιν (βουτιά) νήλιος [nilios] ήλιος (ουσιαστικό) ελληνικά ήλιος Το αρχικό ν- συχνά είναι κατάλοιπο του άρθρου από την τύπο της αιτιατικής (το-ν ήλιο > το νήλιο) νησιάνι [nishiani] γαλόνι, στρατιωτικό διακριτικό βαθμού (ουσιαστικό) τουρκικά çavuş nişanı (στην κυριολεξία = συμπλοκή λοχία, μεταφορικώς = γαλόνι) νίφκουμαι [nifgume] πλένομαι (ρήμα) ελληνικά βλ. νίφκω νίφκω [nifgo] πλένω (ρήμα) ελληνικά νίπτω (αρχ.) νοθκιά [nothkia] ομίχλη, νέφος (ουσιαστικό) ελληνικά εκ του 'νοτιά' δλδ. ομίχλη λόγω των νότιων ανέμων που φέρνουν υγρασία από τη θάλασσα, η οποία παγιδεύεται στις χαράδρες των βουνών και λόγω της ψύχρας δημιουργείται ομίχλη νοσσιά [nosha] σκιά (ουσιαστικό) ελληνικά
νοσσιός [noshios] 1. σκιά (ουσιαστικό) 2. σκιά (ουσιαστικό) ελληνικά νούννα [nunna] νονά (ουσιαστικό) ελληνικά < νουνά (άλλη εκδοχή της λέξης νονάς) με ανοβιβασμό του τόνου νούρος [nuros] ουρά (ουσιαστικό) ελληνικά ουρά νούσιμος [nusimos] έξυπνος, οξυδερκής, αυτός που χρησιμοποιεί το μυαλό του σωστά (επίθετο) ελληνικά < αρχ. νοῦς ντάμπου [ndambu] Τι (επίρρημα) πχ. Νάμπου κάμνεις; ελληνικά ίντα (βλ. λ.) + που ντζίζω [njizo] αγγίζω (ρήμα) ελληνικά τζίζω < ατζίζω < αγγίζω το αρχικό άλφα αφαιρέθηκε και ο τσιτακισμός ('γγ', 'γκ', 'κ' > 'τζ' / 'κκ' > 'τσ') έχει παραμείνει νυχτάτζι νυχτοπάππαρος [nihtopapparos] 1. ο νυχτόβιος (επίθετο) (μτφ.) 2. κυπριακή φρουτονυχτερίδα (σπάνια απειλούμενη ενδημική νυχτερίδα) (ουσιαστικό) ελληνικά σίγουρα από την νύχτα, τώρα το πάππαρος από τι βγαίνει;, δεν έχω ιδέα νώθω [notho] αισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι, νοιώθω (ρήμα) ελληνικά < γνώθω (μεσν.) < γιγνώσκωΞ ξαθθή [xathee] 1. ξανθή (επίθετο) 2. έντομο (είδος κατσαρίδας ανοιχτόχρωμης) (ουσιαστικό) (μτφ.) πχ. 'Ελειψαμεν λλίες μέρες τζιέ γιέμωσεν το σπίτιν ξαθθές' ελληνικά ξανθή (βλ. ξανθιά) ξαθθός [xathos] ξανθός (επίθετο) ελληνικά ξανθός (με αφομείωση του 'νθ' σε 'θθ') ξαθκιά [xathgya] ξανθιά (επίθετο) ελληνικά < ξαθθιά (από αφομείωση) < ξανθιά ξανίζω [xanizo] αραιώνω (ρήμα) ελληνικά < εξαγνίζω = καθαρίζω < εξ- + αγνός + -ίζω ξανίσκω [xanisgo] αραιώνω (ρήμα) ελληνικά ξανίζω + -ίσκω < εξαγνίζω = καθαρίζω < εξ- + αγνός + -ίζω ξαπόλυτος [xapolitos] μη δεμένος (επίθετο) ελληνικά βλ. ξαπολώ ξαπολώ [xapolo] αφήνω, ελευθερώνω, παρατάω (ρήμα) πχ. Ξαπόλα τα ούλλα τζαι έλα να φάεις. ελληνικά ξαπολώ < μσν. ελλ. ξαπολῶ/ἐξαπολῶ < αρχ. ἐξαπολύω < ἐξ- + αρχ. ἀπολύω ξαρκώ [xarko] μένω αδρανής (ρήμα) ελληνικά ἐξαργῶ (αρχ.) γ->κ ξεβαίννω [xevenno] 1. ανεβαίνω 2. ξεπροβάλλω, ξεπροβαίνω (ρήμα) ελληνικά ξε + διαβαίνω ξεκλατσιάρω [kseklatsiaro] 1. επιβραδύνω, κολώνω (ρήμα) 2. ω (ω) πχ. ω αγγλικά ξε + κλατς ξένια αρτέμη ξεπαστρεύκω [xebasdrevgo] ξεφορτώνω (ρήμα) ελληνικά βλ. πάστρα ξεροτήανο [xerotiano] λουκουμάς (ουσιαστικό) ελληνικά ξερό-τήγανο Τα πιο διάσημα ξεροτήανα είναι τα παφίτικα, τα οποία δεν είναι σιροπιαστά αλλά με μέλι. Την εορτή των Φώτων, νοικυρές φτιάχνουν λουκουμάδες και ψήνουν λουκάνικα για να τα ρίξουν στις στέγες των σπιτιών λίγο πριν την δύση του ήλιου για να τα φάνε οι σκαλαπούνταροι (καλικάντζαροι) και να φύγουν. Ταυτοχρόνως τα παιδιά τραγουδάνε το ακόλουθο τραγούδι: 'Τιτσίν-τιτσίν λουκάνικον, μασιαίριν μαυρομάνικον, κομμάτι ξεροτήανο να φάτε τζαι να φύετε...' ξηαψι ξηθυμανίσκω [xithimanisko] ξεθυμαίνω (ρήμα) ελληνικά ξεθυμαίνω ξηκατουρκούμαι [xigaturgume] έχω μεγάλη ανάγκη να κατουρήσω (ρήμα) ελληνικά κατουριέμαι ξηλείφκω [xilivgo] εξαλείφω, ξεκληρίζω (ρήμα) ελληνικά ξε + λείβω (αρχ.) = χύνω, αποβάλλω ξημαρίζω [ximarizo] λερώνω (ρήμα) ελληνικά ξημαρίζω < εκ + βυζ. μαγαρίζω (=λερώνω) < εκ + αρχ. μεγαρίζω μεγαρίζω = αποδίδω τιμές σε θεούς χρησιμοποιώντας την τελετή με τα μέγαρα, κατά την οποία σκότωναν γουρουνάκια και τα έριχναν σε μεγάλους λάκκους ή χάσματα και στη συνέχεια οι γυναίκες αναλάμβαναν να τα ανασύρουν και να τα αναμίξουν σε λίπασμα επειδή πίστευαν ότι το νεκρό ζώο θα πρόσφερε ευφορία και καρποφορία, γινότανε στην αρχαία Αθήνα ξημαρισιά [ximarisha] λέρα, ακαθαρσία (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. ξημαρίζω ξημαρισμένος [ximarismenos] λερωμένος (επίθετο) ελληνικά βλ. ξημαρίζω ξηννοιάζω [xiniazo] ξεγνοιάζω (ρήμα) ελληνικά ξεγνοιάζω ξηντιλώ [xintillo] αφαιρώ (ρήμα) πχ. Μεν μάσιεσαι την θάλασσαν να την-ι ’ξηντιλήσεις· άδικα λόγια μεν χάννεις τζι αρκείς εις την δουλειάν σου. Τον ήλιον με φύσημαν μπορείς να τον-ι σβήσεις; Φώναξε του τζελλάττη σου, σάσ’ την κρεμμασταρκάν σου! - 9η Ιουλίου 1821 εν Λευκωσία Κύπρω, Βασίλης Μιχαηλίδης ελληνικά ξε + αντλώ (αφαιρώ) ξηπυρκάζω [xipirkazo] γίνεται το πρόσωπο μου κατακόκκινο (από τη ζέστη ή μετά από μεγάλη σωματική προσπάθεια) (ρημα) ελληνικά ξε+πυρῶ/πυρόω (αρχ.) < πῦρ ξησσιύζουμαι [xishizume] χάνω την ντροπή (ρήμα) *αρχ. λογοπαίγνιο : Ούκ αισχύνει , ω Αισχίνη , η της πόλεως αισχύνη ελληνικά < αρχ. ἐξαισχύνομαι < εξ + αρχ. αἰσχύνομαι (=ντρέπομαι) < αρχ. αἶσχος ξητιμάζω [xidimazo] 1. βρίζω (ρήμα) 2. βρίζω, βάζω κατάρες (ρήμα) ελληνικά ἐξατιμάζω (αρχ.) < ἐξ + ἀτιμάζω (α στερητικό + τιμώ) ξητιμασιά [xidimasha] βρισιά (ουσιαστικό) ελληνικά βλ. ξητιμάζω